Σάββατο, 30 Μαρτίου 2013

Η εποχή των ερωτημάτων



Ήταν όμορφα εκείνες τις μέρες. Δύσκολα στο σύνολο τους, αλλά είχαμε ακόμα το θάρρος να γελάμε  Και να κλαίνε ακόμα. Ξεγελάγανε μίζερες καταστάσεις με την ευρηματικότητα μας και τη φαντασία της νεανικότητας μας. 

Σαν τώρα είναι Τσικνοπέμπτη που δεν υπήρχαν λεφτά για τίποτα. Όχι μόνο για κρέας, δεν υπήρχαν λεφτά ούτε για ρεύμα. Και όμως εμείς έπρεπε να ψήσουμε. Γι  αυτό τριγυρνάγαμε από σπίτι σε σπίτι και από ταξιτζή σε ταξιτζή. Και τι  πουλάγαμε ; Τα αστεία μας, την ιστορία μας. Αλλά το πιο σημαντικό ήταν πως πουλάγαμε  κάτι καινούργιο, την προθυμία μας να ακούσουμε. Να αφουγκραστούμε τη μοναξιά τους. Να πιούμε από το κρασί τους, να ακούσουμε, τις ανιαρές πολλές φορές ιστορίες τους  και να επαινέσουμε το ψήσιμό  τους. Και τα καταφέρναμε  πολύ καλά. Γυρίσαμε σπίτι μου εγώ κι Αφροδίτη στις έξι το πρωί και από τις 12 το προηγούμενο μεσημέρι είχαμε περάσει από όλη την Αθήνα και είχαμε γευτεί τις ιστορίες κάθε Αθηναίου και είχαμε πιεί κάθε τους παράπονο. 

Περνάγανε ωραία τότε, όμορφα. Είχαμε γνωριστεί σε μια συναυλία, όταν ακόμα άρεσε και στους δυο μας το Σκα. Τώρα, χειμώνιασε αρκετά για να μην έχουν παγώσει τα μεγάφωνα. Για να μην έχει σωπάσει κάθε μελωδία. Έδειχνε χαρούμενη και χόρευε χωρίς να δείχνει αρμονική. Πεταγόταν αριστερά και δεξιά παρέα με το κοτσιδάκι που χε στα μαλλιά της και χαμογελούσε συνεχώς στην παρέα της. Το πώς τελικά βρεθήκαμε μαζί είναι μια πολύ κοινή ιστορία. Ακόμα όμως, θυμάμαι εκείνο το κοριτσάκι με τις μαύρες μπότες και το βυσσινί παντελόνι, το μαύρο της μακό και την καφέ της τσάντα.

Περνάγαμε πάντα όμορφα όταν ήμασταν μαζί. Από το ποτό που βγαίναμε να πιούμε μέχρι τις βόλτες που κάναμε σε διάφορα πάρκα κατά καιρούς, ακόμα και στη δουλεία όταν οι σκέψεις μας περιπλέκονταν σε μια άλλη στιγμή της ημέρας που θα ήμασταν και πάλι μαζί. Αλλά στιγμή σαν εκείνη που πάντα μετά το σεξ ξάπλωνε στο στήθος μου και ξεκινάγαμε κουβέντα επί παντός επιστητού που διαρκούσε με τις ώρες δεν υπήρχε.

Αρνούνταν συνεχώς, να ισχυριστεί πως δεν μ αγαπά. Πάντα το έλεγε, όπου και αν βρισκόταν και το πίστευε. Αλλά νομίζω, πως αγάπη, σημαίνει να μισείς και λίγο τον άλλο. Εκείνη δεν μπορούσε τότε να με μισήσει. Δεν ξέρω ακριβώς πως το λένε αυτό. Συνέχιζα λοιπόν, να κάνω τις βλακείες μου και αυτή αντί να με απομακρύνει, προσπαθούσε να με σφίξει ακόμα πιο κοντά της . με βούταγε ακόμα πιο πολύ στον εθισμό μου να την πληγώνω.

Μικρή εκείνη ήθελε να γίνει κτηνίατρος και είχε μάλιστα ένα σκυλάκι πλέον, τη Νέλλυ που χοροπήδαγε μαζί του σε όλο το διαμέρισμα. Τελικά, είχε γίνει δικηγόρος, ή ακόμα σπούδαζε, όπως και γω. Και κάθε φορά που αγόρευε υπερασπιζόταν εμένα. Εγώ ήμουν πάντα εξαρχής αθώος και ο εαυτός της πάντα κατηγορούμενος.

Το πρόβλημα μας, πάντως δεν νομίζω πως ήταν η εμμονή της να περνάμε από δίκη κάθε μας καθημερινή πλεονεξία. Ήμασταν και οι δυο πολύ καλοί στο να ακούμε. Να ακούμε τον κόσμο γύρω μας. Μας έμοιαζε το θρόισμα των φύλλων, ομιλία και η ομιλία θρόισμα φύλλων.
Για αυτό με τα πολλά, το κάναμε επάγγελμα. Ξέρεις για κάνα εξτραδάκι. Ήταν που θέλαμε να πάμε διακοπές και το καλοκαίρι, δεν θυμάμαι ακριβώς που. Κάμπινγκ σίγουρα. Γαύδο, Ηρακλειά, ένα από τα δύο νομίζω.

Στην αρχή ήταν εύκολο. Ξεκινήσαμε από τη σπιτονοικοκυρά μας, είχε χάσει το γιο της σε ένα αυτοκινητιστικό. Θλιβερό. Αλλά έπρεπε να το ακούσουμε και έπρεπε να απαντήσουμε στο γιατί. Είχαμε τζάμπα φαί, ποτό και καπνίζαμε όσο θέλαμε αλλά έπρεπε να απαντάμε σε κάθε γιατί. Και το λυτρωτικό «δεν ξέρω» ήταν απαγορευμένο. Το είχαμε θέσει από την αρχή. Δεν θα υπεκφεύγουμε. Δεν θα λυτρωνόμαστε εμείς πριν να λυτρωθούν οι άλλοι. Οι μόνες μας στιγμές ξεγνοιασιάς θα ήταν οι ματιές που θα μπορούσαμε να ρίξουμε μεταξύ μας, τα δευτερόλεπτα που περνούν πριν περάσει το Haig από το ποτήρι, στον ουρανίσκο και το σάλιωμα στα ασημί rizla. Ά ! Και φυσικά, άθεοι γαρ, δεν υπήρχε το στήριγμα του θεού. Δεν μπορούσαμε να αποδώσουμε τις κακουχίες του κόσμου σε μια παράλογη υπόθεση περί θεϊκού σχεδίου. Έπρεπε να δικάσουμε τον κόσμο και να τον βγάλουμε λογικό, παρά την παράλογη δομή του.

Οφείλαμε να αποδώσουμε λογικότητα σε μια παράλογη ζυγαριά ζωής και θανάτου και τα καταφέρναμε αρκετά καλά στην αρχή. Θυμάμαι χαρακτηριστικά να σου πω πως σε μια γυναίκα που είχε πηδήξει ο άντρας της από το μπαλκόνι, πιαστήκαμε από την περιγραφή της και αποδώσαμε το γιατί στην απάντηση, πως αφού ήμαστε ένα σακί με αίμα και κόκκαλα, εγκλωβίζουμε την διάνοια μας σε αυτό το σακί, για αυτό η διάνοια του άντρα της ήταν πλέον ελεύθερη από την αδυσώπητη θνητότητα του ασβεστίου και των αιμοσφαιρινών του σακιού από δέρμα που έκρυβε ανείπωτες φοβικές υπεκφυγές. Ναι, τέτοια ήταν η κυνικότητα μας στην αρχή.

Μια άλλη φορά είχαμε επισπευτεί ένα ζευγάρι στο γενικό λαϊκό, την ώρα που η κόρη τους ήταν στην εντατική, αφού είχε τραυματιστεί βαριά σε τροχαίο. Έτσι λοιπόν, στη θλίψη τους είχαμε αποδώσει την μη απόδοση οργής και μίσους στον κόσμο. Και αυτό συνέβαινε τους είχαμε πει γιατί ήταν κλεισμένοι μέσα σε ένα κουτί καταστολής. Ένα άσπρο τετράγωνο κουτί που σε κοίμιζε ενώ εσύ ήθελες να μείνεις ξύπνιος. Μια δομή ενορχηστρωμένου εξουσιαστικού στρουκτουραλισμού. Οπότε, το μόνο που έπρεπε να κάνουν ήταν να βγουν έξω για ένα τσιγάρο μαζί μας. Και πράγματι έδειχναν ευτυχισμένοι εκείνα τα εφτά λεπτά που μείναμε έξω από την είσοδο των επειγόντων και βλέπαμε να καταφτάνουν άλλα δύο ασθενοφόρα με νεκρούς.  

Το πρόβλημα μας, λοιπόν, ήταν το εξής : ενώ δικάζαμε αρκετά καλά τον κόσμο και πάντα είχαμε τα νομικά εργαλεία να τον βρούμε λογικό, να ναι καλά η ιστορία της γνώσης για αυτό, όλο λιγόστευε ο χρόνος. Οι κουβέντες που πιάναμε στο κρεβάτι ήταν βραχύβιες και αχανείς μόνο με την έννοια πλέον, της λογικής, το συναίσθημα όλο και οριοθετούσε τον εαυτό του. Ήμασταν μια κινούμενη κατάφαση. Το σεξ γινόταν όλο και πιο γκρίζο καθώς τα γεννητικά μας όργανα αδυνατούσαν τώρα να βρουν τις ερωτήσεις των ερωτογενών περιοχών μας για να δώσουν απάντηση. Είχαμε απαλλαγεί από κάθε ερώτημα μας. Λεφτά πάντως είχαμε. Ένοχα μεν γιατί η δουλειά μας ήταν ακριβώς όπως όλες οι άλλες. Ρυπογόνα και βλαβερή αλλά μπορούσαμε να πάμε στο κάμπινγκ.

Για να σου δώσω τελικά, να καταλάβεις, δεν ήμασταν ούτε ο δρόμος της φωτιάς, ούτε η μοναξιά. Ήμασταν το τηλέφωνο σε όλο αυτό. Και μιας και είμαστε εδώ στο τέλος, να σου πω πως τα παρατήσαμε και διώξαμε ο ένας τον άλλο. Εγώ, κρίθηκα επιτέλους ένοχος και η Αφροδίτη επιτέλους βρήκε τον εαυτό της αθώο.

Όμως, όπως όλα τα τηλέφωνα έπρεπε κάποιος να μας συνδέσει με τους υπόλοιπους. Και εμείς ήμασταν η πληρωμένη απάντηση μιας ερωτηματικής κοινωνίας. Η κινούμενη απάντηση μιας ερώτησης που πλέον αδυνατούσε να τεθεί. Και κάθομαι εδώ μπροστά από τη σκηνή με την Αφροδίτη να κοιμάται εντός της, με μόνο φως το φεγγάρι και τα κουνούπια να κάνουν πάρτι. Θέλω να σε ρωτήσω λοιπόν. Μπορείς να μου πεις μια ερώτηση να σε ρωτήσω ;  Είναι το μόνο ερώτημα που δεν έχω απάντηση. Πες μου σε παρακαλώ γιατί θέλω να πάω και γω μέσα στη σκηνή, να ξαπλώσω και να κοιμηθώ στο στήθος της Αφροδίτης μου.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου