Κυριακή, 16 Φεβρουαρίου 2014

Μια ζωή περπατώντας



Απωλέσαμε το μπουζούκι στην ενοχή μας.
Στην ενοχή μας για την αποτυχία.
Ντύσαμε με φαντεζί λέξεις την πραγματικότητα
για να σωπάσουμε στην ήττα.

Πνίξαμε τους αναστεναγμούς στο στέρνο.
Γυναίκες και άντρες τη λεβεντιά την κάναμε μάτσο.
Και ο Βαμβακάρης με τον Μπιθικώτση γελούν στον κάμπο,
εκεί που γλίτωσαν οι αστοί .
Και το μαγκάλι δεν σεβάστηκε ούτε το παιδί.

Χάσαμε μαντήλια και φουλάρια κόκκινα
τρέχοντας στον δρόμο για την ξενιτιά
και μείνανε σπίτια και δρόμοι ορφανά,
να περιμένουν μιαν άλλη γενιά.

Σταματήσαμε να μιλάμε με ένα ποτήρι ουίσκι
και να χορεύουμε με κόκκινο κρασί.
Και από μαινάδες της ζωής,
κάναμε πένθιμη τη ζωή μας.
Μια ζωή κείτεται στα λουλουδάδικα.

Ένα τσιγάρο αφημένο σε μια πρύμη ο πολιτισμός μας
και είναι η γόπα του πικρή,
που θα φιλέψει το νέο κόσμο.
Φανήκαμε ανεύθυνοι, βαρέθηκε ο λαό της τραγωδίες

Μας παράτησε ο Διόνυσος.
Ο θεός αυτός της τραγωδίας
ή μπορεί να τον παρατήσαμε και μείς.
Μας απέμεινε μονάχα η ελπίδα
και θα ναι το τέλος μας κωμικό

Μα αν είναι να πεθάνουμε,
ας πεθάνουμε γρήγορα, που λέγε και μια ψυχή στα χιόνια.
Γιατί αν ζήσουμε, μπορεί να ζεσταθούμε ξανά
και τότε η φωτιά μας θα τα κάψει όλα

Θα ναι όνειρα που θα τρέχουν,
να φύγουν από την απόχη μας
Ουρανοί που θα παραδίνονται στο κόκκινο χρώμα.
Μαύρες καρδίες στοιχειωμένες από λευτεριά
θα παίζουν ζάρια με το χάρο

Πουλιά θα τρέχουν μακριά μας.
Θα φοβούνται τα νέα πλάσματα.
Εκείνα που από το βούρκο τους,
αναδύθηκαν, βγάζοντας χρυσά φτερά

Καταπέλτες θα μας πετούν.
Από τα βάθη της κόλασης.
Στο βουνό, που θα χει κλειδαμπαρωθεί ο θεός τους,
παρέα με όλα του τα τσιράκια.
Στο τελευταίο προπύργιο πριν την ελευθερία.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου