Τετάρτη, 11 Ιουνίου 2014

Gli occi tuoi sono come la vista di Castelo di san t’ Angelo



Ελάχιστο φως, όλοι προσπαθούν να κοιμηθούν και κανείς δεν μπορεί. Ο φόβος για την αυριανή μέρα τους αφήνει ξάγρυπνους. Να βλέπουν λάσπες, να θυμούνται τους ήδη νεκρούς συντρόφους και να μυρίζουν το κάτουρο και τη δυσωδία του θανάτου. Για τον πόλεμο μιλάνε με θαυμασμό μόνο όσοι δεν βρέθηκαν ποτέ σε πεδίο μάχης. Και εκείνος κουλουριασμένος σε μια γωνιά να προσπαθεί να γράψει ένα γράμμα πίσω στην αγαπημένη του.

« Δεν ξέρω πώς να ξεκινήσω. Δεν αξίζει να σου περιγράψω τίποτα από αυτά που ζούμε εδώ. Ο πόλεμος μόνο σκατά και λάσπη είναι. Η μόνη ομορφιά βρίσκεται στο παρελθόν που κρύβονται όλες οι στιγμές που ζήσαμε μαζί και η θύμηση, η μνήμη  γίνεται ακόμα πιο γλυκιά μπροστά στην εποικημένη ώρα του θανάτου. Όσον, αφορά το μέλλον, είναι τα ιδανικά εκείνα, η πάλη για τη δικαιοσύνη και η νέμεσις σε αυτό που είπαμε κάποτε στους εαυτούς μας πως είναι ύβρις στον έρωτα αυτός ο κόσμος. Θα σε περιμένω, λοιπόν, να μου τα πεις όλα σε κάποιο διάδρομο ανάμεσα στα άστρα για το πόσο όμορφος είναι ο νέος κόσμος που η τάξη μας έφτιαξε από τα συντρίμμια του παλιού. Από τους ναούς της εκμετάλλευσης πως γεννήθηκαν ναοί στην αλληλεγγύη και πως από τα παλάτια της αδικίας χτίσατε νέα για τη δικαιοσύνη και όλους αυτούς του κήπους που φτιάξατε για τον έρωτα και τα πάρκα για την ομορφιά και τη χαρά. Είναι ο ουράνιος θόλος που διαγωνίζεται κάθε ζευγάρι πραγματικά ερωτευμένων να φτάσει. Να πάρει τα γκέμια από το άρμα του ήλιου, να πάνε βόλτα από την κόκκινη ανατολή στα μωβ δειλινά της δύσης και να γίνουν στο τέλος ένας καινούριος αστερισμός να χαζεύουν οι άνθρωποι και να προσπαθούν να φτάσουν.»

«Σαν εκείνους που χαζεύαμε από την κορυφή του Castelo di sant Angelo, λαδώνοντας τον φρουρό μόνο και μόνο γιατί είχες ξεκαρδιστεί με εκείνο το gli occi tuoi sono come la vista di Castelo di san t’ Angelo που είχα ξεστομίσει με τα χαζά μου ιταλικά στους δρόμους που κάποτε περπάταγε η Λάουρα και ο Πετράρχης και σαν να μην έφτανε αυτό έπρεπε να φωνάξεις και με όλη σου τη δύναμη από την κορυφή του κάστρου Ils sont fous ces romains, απλώς για να θυμηθούμε τις περιπέτειες του ανυπότακτου αστερίξ που διαβάζαμε αγκαλιά στον καναπέ εκείνου του μικρού διαμερίσματος στο κέντρο της Αθήνας, το μικρό μας καταφύγιο που απέφευγε τη βουή του κόσμου. Μονάχα εσύ στεκόσουν κάθε φορά στην κάσα της εσωτερικής πόρτας με ένα κρασί στο χέρι και να γίνομαι εγώ ήρωας κάθε φορά για να σου πω δυο λόγια. Κάθε μέρα ζούνε οι ήρωες, εκείνοι που βγάζουν μηλιά ξεπερνώντας το βάρος από τη θωριά της αγαπημένης τους και εγώ καλύτερος και πιο θαρραλέος από όλους, την ώρα που εσύ, το θαύμα αυτού του κόσμου στεκόσουν μπροστά μου και τα πόδια μου κόβονταν από τη μέση κάθε φορά που χαμογελούσες με αυτό το πελώριο χαμόγελο κοιτώντας με απευθείας στα μάτια με το δικό σου παραδεισένιο βλέμμα. Ο πιο τυχερός άνθρωπος στον κόσμο.»

«Ψάχνω λόγια ποιητή να πετάξουν σαν πουλιά στα δικά σου αυτιά, μόνο που χάνω το μέτρο και κάθε μου αίσθηση με ξαναγυρίζει στο ίδιο σημείο. Όπου πρώτα ακούμπαγα με τη γλώσσα μου το μικρό στρογγυλό σκουλαρίκι σαν μαργαριτάρι που χες στ αυτί σου, πριν σιγά σιγά βρω τον αλαβάστρινο λαιμό σου, που και η Λόττε του Βέρθερου θα ζήλευε. Που ποιητές και λογοτέχνες, από τον Ορφέα μέχρι τον Χέλντερλιν, τον Σίλερ και τον Μπωτλαίρ δεν θα μπορούσαν να βρουν λέξεις να παραστήσουν μορφή αξιότερη από τη δικιά σου. Τυλιγμένη σε εκείνο το άσπρο φουστάνι που τ αστέρια έτρεχαν να κρυφτούν πίσω από τα σύννεφα στη ντροπή τους που έβλεπαν τέτοια ομορφιά. Τα ίδια εκείνα που στέκονταν αμείλικτα στον ορίζοντα όταν μαλώσαμε εκείνο το καλοκαίρι και κάναμε χωριστά διακοπές. Σε διαφορετικές παραλίες να μας θυμίζουν πόσο μακριά ήμασταν ο ένας από τον άλλο ενώ η χορωδία από την αστρική σκόνη έπαιζε για της καρδιές μας : «oh, my baby I love you more than I can tell/ I dont think I can live without you»»

«Αλλά ότι και να κάνω γυρίζω στην  ίδια εικόνα ξανά και ξανά, βλέπω το ίδιο όνειρο. Να σε ξυπνώ λίγο πριν φύγω για το μέτωπο, εσύ είσαι τυλιγμένη στο σεντόνι και εγώ με ένα φιλί στο γυμνό σου ώμο να γεύομαι για τελευταία φορά το δέρμα σου, ενώ εσύ έκανες αυτό το μακρόσυρτο «μμμ», τόσο ναζιάρικα όπως πάντα όταν σε ξύπναγα. Να φτιάχνουμε καφέ και να τρώμε το cheese cake με μαρμελάδα βατόμουρο που πάντα έφτιαχνες στις ιδιαίτερες περιστάσεις και να αγκαλιαζόμαστε την ώρα που χωνόταν ανάμεσα μας ο σκύλος μας ο μόρτης. Αν αξίζει για κάτι να πεθάνεις για αυτό αξίζει. Θα τα ξαναπούμε αιώνιοι πια στο νέο κόσμο ή και αν δεν τα καταφέρουμε θα βρούμε ένα καταφύγιο στα αστέρια, μια γωνία στον ουράνιο κήπο, μοναδικό μου τριαντάφυλλο.»

Τέλειωσε το γράμμα, το έβαλε σε ένα φάκελο, έγραψε διεύθυνση και το έδωσε σε κάτι συντρόφους που έφευγαν από τα χαρακώματα σαν τραυματίες. Δεν ξέρουμε αν έφτασε ποτέ το γράμμα ή αν έζησε εκείνος ή αν έχασε την Αρετούσα του πέφτοντας στη μάχη. Το μόνο που ξέρουμε είναι πως εδώ στο άγαλμα των δύο ερωτευμένων η ανθρωπότητα ολάκερη νιώθει περήφανη που κέρδισε το τέρας. Που ζει όμορφα με ειρήνη, δικαιοσύνη, αδελφοσύνη και έρωτα. Ευχαριστούμε λοιπόν, εσάς τους άγνωστους ερωτευμένους.

Αυτά είπε το κοριτσάκι που είχε κληρωθεί να μιλήσει στην ετήσια γιορτή της ανθρωπότητας από την παγκόσμια ανθρώπινη συνομοσπονδία. Όλος ο πλανήτης ξέσπασε σε χειροκροτήματα και κρατώντας ο ένας το χέρι του άλλου κι ένα κόκκινο τριαντάφυλλο στο άλλο χέρι φίλαγε ο καθένας το ταίρι του. Τώρα υπήρχε παντού μόνον ζωή. Στο τέλος, όλοι ύψωσαν το βλέμμα στο νυχτερινό ουρανό να δουν τον αστερισμό που χε σχηματισθεί δίπλα στο φεγγάρι. Τον νέο αστερισμό, του νέου κόσμου, εκείνον που κρατάνε οι δύο ερωτευμένοι το χέρι ο ένας του άλλου.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου