Κυριακή, 21 Σεπτεμβρίου 2014

Σκακιστικό διήγημα


Ήταν ένα ακόμα, από εκείνα τα νεουορκέζικα απογεύματα στο σέντραλ παρκ. Λίγο πιο πέρα από εκεί που έπιναν καφέ τα φιλαράκια. Είχε λίγα σύννεφα αλλά δεν προμήνυε βροχή ο καιρός. Είχε δροσιά, ήταν δεν ήταν 20 οι βαθμοί της κλίμακας του κελσίου. Στο ίδιο εκείνο υπαίθριο σκάκι που κάθονταν κάθε απόγευμα σχεδόν ήταν και τώρα αντίκρυ, ο 85χρονος  Σκοτ και ο 83χρονος Τζιμ . Με τα ρυτιδιασμένα τους πρόσωπα και τα χέρια τους που έτρεμαν λόγω γήρατος, έπαιζαν την καθιερωμένη τους παρτίδα. Η σκιά από τις πανύψηλες φτελιές είναι αρκετή για τους νεοϋορκέζους έτσι ώστε ποτέ μα ποτέ να μην καταριούνται τον ήλιο που βγαίνει που και που στην πόλη τους.

Οι φτελιές είναι δέντρα ιδιαίτερα διαδεδομένα στη Βόρεια Αμερική. Για εμάς τους ευρωπαίους συνηθίζεται να της μπερδεύουμε με άλλα δέντρα πιο διαδεδομένα εδώ όπως με ευκαλύπτους ή ακόμα και έλατα. Παρόλα αυτά ήδη πριν τον αποικισμό της Αμερικής οι αυτόχθονες ινδιάνοι τους είχαν αποδώσει μαγικές ιδιότητες. Ήταν ιερά δέντρα για τα μητριαρχικά έξι έθνη των Ιροκέζων . τα μακριά σπίτια χτίζονταν μόνο από το ξύλο τους. Μάλιστα, λέγετε πως το 1775 , όταν η επανάσταση που γέννησε της ΗΠΑ ξεκίναγε, οι Ιροκουά της κοιλάδας του ποταμού Μοχώκ αποφάσισαν να συμπράξουν με τους άγγλους μόνο και μόνο γιατί μια γυναίκα των Μοχώκ είδε στον ύπνο της μια τεράστια φτελιά να γίνεται βάρκα και μέσα της να βρίσκεται νεκρός ο στρατηγός Ουάσινγκτον. Κάπως έτσι λοιπόν, ο θρυλικός Ronaterihonte βαμμένος στο κόκκινο και το μαύρο, τα χρώματα του πολέμου, έπεσε για το βασιλιά Γεώργιο.

Ο τζίμ είχε τα άσπρα. Άνοιξε το πιόνι του βασιλιά δύο θέσεις. Ο Σκοτ απάντησε με το πιόνι από το Γ7 στο Γ5. Σικελική άμυνα.

-          Ξέρεις Τζίμ, του είπε. Ποια ήταν τα τελευταία λόγια του Φιλίπ Λακρουά στον αγαπημένο του Ronaterihonte ;
-          Αυτοί οι δύο δεν ήταν το ίδιο πρόσωπο ;
-          Ναι, μα δεν ήταν ένας. Ήταν πολλοί. Ήταν πατέρας, καθολικός, Μοχώκ, πολεμιστής, ιερέας, μέντορας, κυνηγός.
-          Τι είπε λοιπόν; Ρώτησε ο Τζιμ, φέρνοντας τον αξιωματικό στο Γ4
-          Τουλάχιστον είχα κρυοπάγημα στη μύτη μου, μπότες στα πόδια μου και διαμαρτυρία στο στόμα μου.
-          Ωραίος τρόπος να αποχαιρετήσεις τον κόσμο αλλά εδώ που τα λέμε αυτό μοιάζει σαν κάτι που θα έλεγε ο Βαντσέτι ή ο Σπάις την ώρα του τέλους.
-          Ε, όσο να ναι μοιάζουν. Ανταπάντησε ο Σκοτ.
-          Ρε συ Σκοτ, θυμάσαι εκείνες τις δύο κοπέλες στο Τιτάνια από την Ιταλία. Ήμουν 15 χρονών, όταν φύγαμε από το Μπέλφαστ και δεν θα ξεχάσω ποτέ πως ήταν εκείνες οι δυο φιλενάδες από την Ιταλία.
-          Ναι η μία ήταν η Μόνικα και η άλλη η Στέλλα. Έπαιζε ο Μπιγκ Μπιλ τα βράδια τη φυσαρμόνικα μέσα στα αμπάρια για μας κι οι Ιταλοί χόρευαν ταραντέλες. Πόσο όμορφη ήταν η Στέλλα. Γύριζε το καφέ της φουστάνι γύρω γύρω. Άσπρο ήταν ακόμα το φουστάνι της όταν πέρασε από τη συνοριακή Μοδένα στην Ελβετία. Μέχρι να φτάσει στο Μπέλφαστ είχε γίνει καφέ. Αλλά ήταν όμορφη, είχε ίσια μακριά μαλλιά και όταν ίδρωνε στη ζέστη του υπερωκεανίου, έπεφταν σαν στάχια και έκρυβαν το βλέμμα της. Είχε και εκείνη την παράξενη προφορά.
-          Και η Μόνικα, πόσο όμορφη ήταν . πάντα ξύπναγε λίγο πιο πρωί από όλους να προλάβει να βάψει τα χίλια της. Να μην την δούμε χωρίς αυτό το βαθύ κόκκινο πάνω τους. Λες και όταν κοιμόμαστε ο ένας πάνω στον άλλο μας ένοιαζε το κραγιόν. Η Μόνικα ήταν μια θεά, με τα κατσαρά της μαλλιά, το μαυριδερό της δέρμα και τα πράσινα μάτια της
-          Δεν χορέψατε και μια φορά μαζί ρε Τζίμ ;
-          Ναι και ήταν η ομορφότερη στιγμή της ζωής μου. Εμείς οι Ιρλανδοί, πάντα μαζευόμασταν όλοι μαζί θυμάσαι και περιμέναμε να τελειώσουν οι Ιταλοί να χτυπήσουμε και μείς τα πόδια μας όσο πιο δυνατά γινόταν στο πάτωμα, σε αυτό τον άτυπο διαγωνισμό γρήγορου χορού. Είχε έρθει εκείνη στο τραπέζι μας και με είχε αρπάξει από το χέρι και το μόνο που θυμάμαι είναι να γυρίζω γύρω γύρω, χωρίς να ξέρω τα βήματα, απλά να γυρίζει όλο το δωμάτιο και το μόνο σταθερό να ναι η Μόνικα που μάλλον γέλαγε μαζί μου με τον τρόμο που είχε αποτυπωθεί στα μάτια μου.
-          Η Στέλλα θυμάμαι ήταν η πρώτη που φώναξε στο κατάστρωμα «Αμέρικα, Αμέρικα». Ήταν γραμμένο στα μάτια της ότι εκείνη θα το έβλεπε πρώτη, μέσα στην ομίχλη τον τεράστιο πυρσό, που τρέξαμε να δούμε όλοι μετά, καθώς η μπουρού βούιζε περνώντας δίπλα από το ομορφότερο γαλλικό δώρο. Από τότε που έφυγε από το Τορίνο είχε γραμμένη τη φλόγα της ελευθερίας στα μάτια της .

Περαστικοί δεν σταμάταγαν να περνάνε ποτέ από εκείνο το σημείο όπου έπαιζαν η δύο παλιοί ιρλανδοί μετανάστες σκάκι. Άλλοι έκαναν Τζόκινγκ, άλλοι έγλυφαν ένα παγωτό, άλλοι έβγαζαν βόλτα ένα σκύλο. Φοιτητές και φοιτήτριες διάβαζαν και μια μικρή ομάδα έκανε πρόβα ένα θεατρικό.

-          Τη βλέπεις Σκοτ, την πρωταγωνίστρια. Δεν μοιάζει με τη φίλη σου τη Τζέιν ; είπε ο τζίμ την ώρα που έτρωγε με τον αξιωματικό του, τον ιππότη του Σκοτ.
-          Ναι, δίκιο έχεις. Και εκείνη είχε εκείνη την εποχή την τάση να φοράει παντελόνι, το ίδιο καφέ αέρινο θα έλεγα σχεδόν πάντα. Συνήθιζε να φοράει και έναν κόκκινο γαλλικό μπερέ. Μάλλον, της είχαν πει πώς να έμοιαζε με γαλλίδα θα χε μεγαλύτερη πέραση στους άντρες. Από ένα χωριό στην Αιόβα ήταν και τα λεφτά που έβγαζε δουλεύοντας στη λάντζα, όπως εμείς, μόνο για τα δικά μας δόντια ήταν. Ανάθεμα και αν ξέραμε και μείς πως έμοιαζαν οι γαλλίδες. Μια φορά μόνο είχαμε περάσει έξω από ένα μαγαζί κάπου στα 1950 που έπαιζε τρομπέτα ο Μάιλς Ντέιβις και ήταν το μαγαζί γεμάτο από εύπορους και μερικούς λευκούς χιπστερς. Τότε είδα για πρώτη φορά πως ήταν μια γαλλίδα και τότε ήταν το τελευταίο βράδυ με την Τζέιν. Εκείνη ήταν που πληγώθηκε γιατί δεν της έμοιαζε στο ελάχιστο παρά την προσπάθεια της. Η Τζέιν έφυγε, εγώ ποτέ δεν θα την έδιωχνα για αυτό. Κλείστηκε στον εαυτό της, δεν ξανάκουσα για εκείνη.
-          Τόσες και τόσες κοπέλες ρε συ Σκοτ. Πως μείναμε τελικά μόνοι μας ; θυμάμαι εγώ πήγαινα πολύ καλά με μια κοπέλα που δούλευε σε ένα χοντογκάδικο λίγο πιο κάτω από τον προβλήτα 5 του λιμανιού, τότε που φορτώναμε τα εμπορεύματα στους σκυλοπνίχτες των τσιγκούνηδων ελλήνων. Ήμασταν μαζί 2 χρόνια ώσπου δεν άντεξε να με περιμένει να την παντρευτώ . ήθελα αλλά οι παπάδες τότε ζήταγαν 80 δολάρια την τελετή. Που να βρω εγώ τόσα; Εγώ, την είχα ερωτευτεί πρώτα από όλα γιατί ήταν όμορφη και χαμογελαστή ακόμα και μετά από 12 ώρες στη δουλεία . αλλά ακόμα πιο πολύ την είχα αγαπήσει γιατί μου έφερνε με το που τέλειωνε την βάρδια της ένα χοτ ντογκ στα κρυφά να φάω. Εσύ πως έμεινες μόνος ;
-          Έμενα δεν με ήθελε πότε να παντρευτώ. Δεν ξέρω γιατί αλλά ποτέ δεν έτυχε να χω κοπέλα πάνω  από χρόνο. Πάντα κάτι γινόταν. Την μία έφευγε αυτή να κυνηγήσει την τύχη της αλλού. Θυμάμαι μάλιστα, μια κοπέλα που κάπνιζε πιο πολύ από ότι κάπνιζα ακόμα και εγώ. Ήμασταν μαζί αρκετό καιρό. Νομίζω, ήταν παραδουλεύτρα σε ένα σπίτι στα βόρεια, μάλλον στους Νίκερμποκερ που είχαν το νοσοκομείο. Μια μέρα, ανακάλυψα ότι δεν ήταν παραδουλεύτρα αλλά πόρνη σε ένα από τα πορνεία του μαλάκα του Ντικ Μπιγκχεντ που τότε έκανε ότι δεν μας ήξερε εμάς τους Ιρλανδούς. Το πρόβλημα ήταν ότι δεν το ανακάλυψα εγώ, αλλά ο πατέρας της που ήρθε και την πήρε με τη βία πίσω στο Σπρίνγκφηλντ της Βοστώνης που είχαν έναν μύλο. Δεν έμαθα ποτέ τι απέγινε, άσε που δεν ήθελα κιόλας.

Η ώρα περνούσε, είχαν παίξει αρκετές παρτίδες. Ισόπαλοι ήταν. ώσπου ο Τζίμ έκανε το τελευταίο ματ.


-          Άντε, δεν είναι ώρα να πηγαίνουμε, είπε ο γέρος με τις ρυτίδες στο πάλλευκο δέρμα του προσώπου του, ο Σκοτ

Ο Τζιμ κοίταζε με μανία τους θάμνους πίσω τους.

-          Πάντα περίμενα να βγει ένας σκίουρος από δω. Ποτέ δεν είδα κάποιον. Άντε πάμε.

Σηκώθηκε από το τραπέζι, αφού έβαλαν και οι δύο τα πιόνια πάλι τη θέση τους. Πήγε δίπλα στον Σκοτ. Πλησίασε τα χείλη του στα δικά του και τα ακούμπησε απαλά πάνω τους. Δεν είχε πλέον τη δύναμη άλλων δεκαετιών που τον φύλαγε σαν θύελλα. Στηρίχτηκαν ο ένας σύντροφος στον άλλο και κίνησαν να πάνε σπίτι τους. Χαμογέλασαν σε δύο περαστικά ζευγάρια που επιτάχυναν την πορεία τους για τις δικές τους φωλιές, αφού η Νέα Υόρκη γινόταν βροχερή εκείνη την ώρα.


-          Μάλλον εσύ ήσουν ο γάμος μου, είπε ο Σκοτ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου