Τρίτη, 5 Ιουλίου 2016

Για το εμάς και το εγώ και πάνω από όλα για εκείνη



Ποιήματα, τραγούδια και ωδές,
όλα γραμμένα για έρωτες,
επιτυχημένους μα και ολότελα χαμένους.

Κανένα νόημα δεν έχουν.
Η περιγραφή της ήττας και της νίκης,
λες και είναι τρόπαιο ο άνθρωπος.
Λες και χαιρέκακα ξορκίζουν τον πόλεμο.

Είδα, τον εαυτό μου να χάνει.
Να χάνει, όσο πιο άσχημα γίνεται
και να μην μπορεί να σαλέψει.

Να πέφτει νεκρός,
σε θάλασσα πίκρας.
μα πίνει κρασί
και να μην ξεδιψά ο νους.

να τον βρίζουν οι φίλοι,
να τον βρίζουν οι εχθροί,
Μονάχος να πορεύεται στο χαμό.

Γιατί οι άνθρωποι δεν συγχωρούν.
Δεν μιλάνε για τέτοιες ήττες.
Τις ξορκίζουν και το πολύ πολύ…
Να μεθύσουν, να γίνουν ξανά αληθινοί.

Πάνω σε κανένα αμανέ,
πάνω σε κανένα τραγούδι,
σε ένα ποτό ή ένα χορό.

Να κάτσουν οι άνθρωποι.
Να κάτσει η γενιά μας.
Να μιλήσουν. Για την ήττα
Δεν το κάνουν. Προτιμούν να ξεχνούν.

Τι κόσμος είναι αυτός ;
Εκείνος που απαιτεί τόσα πολλά ;
Εκείνος που συκοφαντεί τα δακρυσμένα μάτια.

Μια ολόκληρη γενιά χαμένη
και για εκείνους που ερωτεύονται,
οφειλή τους η νίκη.
Ντροπή σας, απάνθρωποι !

Σταματήσαμε να ονειρευόμαστε.
Συλλογικά μας έτυχε.
Οι ονειροπόλοι στην πυρά !

Όλοι εμείς οι χαμένοι,
οι άθλιοι που φοβηθήκαμε μια λέξη.
Γινήκαμε δούλοι,
υπήρχε κάποτε η 19η Ιουλη.

Σταμάτησε το τραγούδι.
Τα όργανα, τα γέλια, οι χοροί.
Στεκόμαστε ακίνητοι στη γη.

Εχθρός μας το φεγγάρι,
τα αστέρια και η θάλασσα.
Μόνο σκοτάδι, ο καιρός μας.
Καμιά χαρά, ούτε στις μνήμες μας.

Ερωτήματα στεγνά,
σαν τους λαιμούς μας.
Διψάνε, οι άνθρωποι, γυναίκα.

Γιατί να ναι κάποιος κτήση ;
Σε θέλω.
Δεν μου το είπες ποτέ.
Φοβάμαι.

Φοβάμαι να μην είμαι εγώ.
Φοβάμαι να μαι δικός σου.
Μα πιο πολύ φοβάμαι, το τι είμαι.

Μα ποιος σου είπε να αλλάξεις ;
Όλοι και πιο πολύ εγώ.
Και αν εγώ σε θέλω έτσι;
Δεν συγχωρεί κανείς τον απαράλλαχτο ερωτευμένο.

Είμαι ο άλλος που θέλω να μαι
εκείνος που θα ναι δικός σου
και ας μην μοιάζω με τον εαυτό μου.

Να χάνω το χρόνο
πότε είναι μέρα και πότε νύχτα,
να μην βλέπω ούτε τον ήλιο ούτε τη σελήνη,
μόνη εικόνα να χει μείνει εκείνη.

Το πρωί που ξυπνά.
Όταν τραγούδα, τραγούδια παιδικά
και όταν κλείνει τα μάτια της να ονειρευτεί.

Περπατάγαμε μαζί, γελούσαμε μαζί.
Νόμιζα ότι σε ήξερα και δεν σε ήξερα καθόλου.
Είναι ένοχοι οι άνθρωποι, αγάπη μου.
Υπάρχει αθωότητα στις μέρες μας

Χάσαμε τους κλόουν και τους μίμους
σταμάτησαν να γίνονται μονομαχίες
και κοροϊδεύουμε τους αρλεκίνους

Τι κόσμο είναι αυτός που δεν γελά ;
Που περπατά ξεδιάντροπα με το κεφάλι ψηλά;
Που δεν τολμά να τραγούδα  ;
Που μισεί την ανθρωπιά.

Δεν διαγωνιζόμαστε σε κανένα αγώνα.
Στη βολή μας.
Αναζητούμε το κοινό καλό.

Στην κορύφωση της πιο μεγάλης έντασης,
ένα δέντρο θα γεννηθεί
με ρίζα φουντωμένη
από εδώ έως το Αϊβαλί.

Χτυπημένος από μοίρες
δεν θα προλάβω να το δω,
το φως, στα χέρια σου άφησα.

Έπρεπε να στο πω,
να σκοτώσω τον εαυτό μου.
Να μην στέλνω γράμματα.
Να τος ο θάνατος !

Χτίστε τείχη να μην μπουν οι εχθροί,
δεν μας συγχωράει ο κόσμος.
Ουαί τοις ηττημένης

Γεμίσαμε καθημερινές τραγωδίες.
Δεν έχουμε κωμωδίες !
Έγινε το θέατρο ζωή
και η ζωή πόλεμος.

Τρυγήσαμε σταφύλια χοντρά,
ελπίδες ματσωμένες
και ο μούστος ήταν σάπιος.

Μούσα του Ιούνη ,
φοβούμενη τ αυγουστιάτικο φεγγάρι
δώσε μου ένα φιλί
να ζήσω λίγο ακόμα.

Μικρό παιδάκι ήμουν,
την ώρα της Ευρώπης
γιόρταζε η δύση, θρηνούσε η ανατολή.

Μάνα μας η μεσόγειος
οι βαρκάδες στο φεγγάρι
πνιγμένοι από τα κύματα
Tahammul, solidarite, αλληλεγγύη.

Κύμα δεινών ίσταται κυκώμενον.
Για την αγάπη ύμνος.
Βουλιάζει το καράβι, Παντσο.

Ισορροπώ σε δυο βάρκες,
μιλώ για εμάς, μιλώ για μένα.
Άβυσσος από κάτω, γλυκιά μου.
Μαύρη θάλασσα.

Μικρά πολιτικά.
Αν το ανεχτούμε αυτό,
Τα παιδιά μας θα ναι τα επόμενα.

Στάσου μην φεύγεις, σ αγαπώ !
Στάσου μείνε δυο λεπτά !
Ας είναι σημάδι μας τα κάδρα στον τοίχο.
Οι λερωμένες αφίσες, οι φωτογραφίες.

Δυο σελίδες μου μείνανε
και να θυμάμαι το άγγιγμα σου.
Παραμύθια για μεγάλους.

Γεννηθήκαμε γυμνοί.
Στη θεσαλλονικη, στο βόλο, στη Σέριφο.
Εβραίοι στην Τρεμπλίνκα !
Καίγεται η Σμύρνη, καίγεται !

Περνάμε το τσιγάρο, σε ένα φάντασμα.
Οργή, για τον πλημμυρισμένο Μισισίπι.
Σκόνη στα μάτια.

Χτίσαμε ένα κόσμο,
από βιβλία και φωτογραφίες
και η πραγματικότητα,
τόσο αμείλικτα ξένη.

Ζω για να δω ένα άλλο ξημέρωμα.
Η αγάπη μου μόνο δεν φτάνει.
Ζω για την ώρα που θα σε ξαναδώ.

Μιλώ για εμάς,
Εμάς που δεν έχουμε μέλλον.
Εμάς που γυρίζουμε στην πόλη,
ασάλευτοι στα νεύματα των ηδονών.

Μιλώ για εμένα
Εμένα που χάνω αυτή που αγαπώ,
που κατάλαβα αργά πως την αγάπησα.

Σε ψάχνω παντού.
Θα γύριζα τον κόσμο για να σε βρω.
Και όταν τυχαία σε συναντώ,
δεν μπορώ να βγάλω άχνα.

Θα σου φέρω τον κόσμο στα πόδια σου
και αν δεν σου φτάνει ούτε αυτό,
θα χτίσουμε ένα από την αρχή.

Εμείς που κάναμε βρισιά την τάξη μας
και πρέπει να ξανασυστηθούμε.
Εμάς που μας πήγαινε σχολείο ο παππούς μας.
Εμάς που χάσαμε τις μνήμες μας.

Εμείς που θα ουρλιάξουμε !
Εμείς που θα σπάσουμε πέτρες και αλυσίδες !
Εμείς που στις σημαίες μας θα ορκιστούμε
Και θα γίνουμε φίλοι με τα αίματα και τα δάκρυα

Εγώ, δακρυσμένος.
Να ξυπνήσω το πρωί.
Να σου πω όσα θέλω να σου πω.
Να σε φιλήσω.
Δεν αντέχω άλλο

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου