Τετάρτη, 18 Ιανουαρίου 2017

Όπου δεν υπάρχει τίποτα το όμορφο να δεις Part 4



Η Αθήνα είχε κυριολεκτικά «φρακάρει». Κάθε δρόμος, μικρός – μεγάλος, ήταν μποτιλιαρισμένος. Αφήσαμε το αμάξι σε ένα παρκινγκ στο ύψος της Πανόρμου και το πήραμε με τα πόδια. Ανεβήκαμε τη κατηφόρα της Κατεχάκης όσο γίνεται πιο γρήγορα. Παρά τα χιλιάδες ακινητοποιημένα αμάξια όμως, δεν ακουγόταν τίποτα. Ούτε κόρνες, ούτε γκρίνια από τους χιλιοταλαιπωρημένους οδηγούς. Τίποτα απολύτως… Λες και κάποιος είχε πατήσει το “mute” σε μια ολόκληρη πόλη και μάλιστα πρωτεύουσα. ‘Ήταν από τις λίγες φορές που έβλεπα τους Αθηναίους συντονισμένα βουβούς. Περιμένανε όλοι τους υπομονετικά, με τα ραδιόφωνα τους στο διαπασών. Πέρασα δίπλα από ίσα 100 αμάξια, κάθε φορά που έριχνα κλέφτικα ματιές μέσα σε ένα από αυτά, αντίκριζα την ίδια εικόνα. Το αίσθημα σοκ και απορίας ήταν βαθιά χαραγμένο στα μάτια όλων τους. Ήταν σαν να μπορούσα να εισχωρήσω στο μυαλό τους και να διαβάσω σαν ανοιχτό βιβλίο τις σκέψεις τους. Γεμάτες απόγνωση ήταν, συμπυκνώνονταν σε έναν οχετό από μίζερα και ματαιόδοξα ερωτήματα. Σαν αυτά που ακούς στα γιορτινά τραπέζια ένα πράγμα: «Αλβανία και Βουλγαρία, γίναμε εδώ γαμώτο;», «Είναι δυνατόν να συμβαίνουν αυτά τα πράγματα σε μια πολιτισμένη χώρα;». 

Δεν τους κατηγορώ, ποτέ δε το έκανα. Μήπως και γω αν δεν ήμουν μπάτσος τα ίδια δε θα έλεγα; Δεν είναι εύκολο, σκέφτηκα, να μην αναδειχθούν αυτά τα ερωτήματα στην επιφάνεια όταν ξαφνικά και από το πουθενά σπάει η γυάλα και η πόλη σου, εμφανίζει το πραγματικό της πρόσωπο. Άλλωστε, αν δεν είσαι μπάτσος ή εγκληματίας δεν ξέρεις την πραγματική Αθήνα. Έτσι είναι καθόλα λογικό να σοκάρεσαι εύκολα, όταν απλά ακολουθώντας την καθημερινή σου ρουτίνα, διαπιστώνεις πως αυτή η πόλη είναι γεμάτη από. Ούτε για μένα ήταν εύκολο βέβαια, χρειάστηκαν πολλά χρόνια στην αστυνομία μέχρι να συνειδητοποιήσω και να παραδεχθώ στον εαυτό μου, πως η Αθήνα δεν είχε τίποτα να ζηλέψει από τις πρωτεύουσες του εγκλήματος και της μαφίας. Το ματωμένο από τις εκτελέσεις μαφιόζων Σικάγο, τα βουτηγμένα στη πρέζα στενά του Μπρούκλιν, το «σκοτεινό» λιμάνι της Μασσαλίας , δεν μου προκαλούσαν σχεδόν κανένα ενδιαφέρον πλέον. Τα είχα όλα στα πόδια μου, απλά μέχρι να μπω στην ΕΛ.ΑΣ. τα αγνοούσα επιδεικτικά.
Με τα πολλά φτάσαμε στη γέφυρα. Περιπολικά, πυροσβεστική, ασθενοφόρα και προπαντός τα κανάλια… Μάταια αμούστακα μπατσάκια προσπαθούσαν να προστατέψουν τον αστυνομικό κλοιό, οι φωτορεπόρτερ και οι δημοσιογράφοι μόνο που δεν είχαν σκαρφαλώσει πάνω στην γέφυρα για κάνα πανοραμικό πλάνο. Το πτώμα ήταν ήδη φορτωμένο στα βανάκι του ιατροδικαστή, κατευθυνόμασταν προς τα εκεί μέχρι που μας σταμάτησε μια βραχνή φωνή σε ψηλό τόνο.
-          Που πάτε εσείς ρε;
-          Ελλη Χρύση από το εγκληματολογικό της ΓΑΔΑ, είπα κοφτά καθώς έβγαζα την ταυτότητα μου.
-          Μάλιστα, μουρμούρισε καθώς με κοίταξε υπεροπτικά από πάνω έως κάτω.
-          Μπορούμε να ερευνήσουμε τώρα; Ποιος είναι υπεύθυνος εδώ; Ρώτησα κάπως πιο επιθετικά.
-          Εγώ είμαι, Κώστας Κόλλιας ΑΤ Αμπελοκήπων. Ότι θέλετε κάντε, πάντως δεν έχει και πολλά να δείτε, ο τύπος αυτοκτόνησε, άφησε και σημείωμα. Είχε εδώ και ένα χρόνο κατάθλιψη σοβαρή.

Το εσωτερικό του βαν ήταν σαν ένα μικρό – κινητό νοσοκομείο. Μύριζε ναφθαλίνη έντονα, ενώ η λάμπα φθορίου ακριβώς πάνω από το σκεπασμένο πτώμα σε συνδυασμό με τις αμέτρητες ενέσεις και τα χειρουργικά εργαλεία δίπλα από αυτό, ολοκλήρωναν ένα σκηνικό βγαλμένο από τα πιο σκοτεινά θρίλερ. Άνοιξα το σάκο, δεν είχαν προλάβει να τον γδύσουν καν ακόμα. Ήταν ένας κλασσικός 40άρης γιάπης, ντυμένος κυριολεκτικά στη τρίχα. Ατσαλάκωτο μεταξωτό παντελόνι, άσπρο βαμβακερό πουκάμισο, στιλάτη γραβάτα. Δίπλα του παρατημένα, ένα ζευγάρι ιταλικά μοκασίνια  και ένα άψογο σκούρο μπλε κουστούμι. Μάλιστα, τι πιο φυσιολογικό από έναν χρόνια καταθλιπτικό, να σηκωθεί ένα πρωί να ντυθεί στην εντέλεια, πιθανότατα με τα ρούχα της δουλειάς του, και μετά να κρεμαστεί στη γέφυρα της Κατεχάκης; Το δαιμόνιο είχε αρχίσει να μπαίνει μέσα μου, δεν είπα τίποτα στο Μιχάλη. Ήταν άλλωστε πολύ νωρίς ακόμα να αμφισβητήσω όλα τα στοιχεία και να αρχίσω τις υποθέσεις. Φώναξε μου τον Κόλλια, είπα στον Μιχάλη καθώς βγαίναμε από το βαν και βγάζαμε συντονισμένοι και οι δύο τα τσιγάρα μας.

-          Ξέρουμε όνομα, δουλειά, διεύθυνση, οικογένεια;
-          Βεβαίως, είπε ειρωνικά ο Κόλλιας και συνέχισε. Θωμάς Μελισόπουλος ετών 46, οικονομικός διευθυντής στην Εταιρεία του Χατζηπέτρου, του εφοπλιστή.
Ένιωσα το αίμα μου να παγώνει στάλα – στάλα, άκουγα τη καρδιά μου να κοπανάει με όλη της τη δύναμη στο στέρνο μου και τη πλάτη μου να ιδρώνει με ταχύτητα φωτός. Κοίταξα το Μιχάλη. Με κοίταζε με το στόμα ανοιχτό, αποσβολωμένος. Πέρασαν μερικά δευτερόλεπτα μέχρι να ξαναβρώ τη φωνή μου. Ευχαρίστησα τον Κόλλια, ανταλλάξαμε τηλέφωνα για τυχόν ενδεχόμενο και έτρεξα με τον Μιχάλη να πάρουμε ένα καφέ  από το φούρνο της γωνίας. Δεν ήμουνα έτοιμη να ανοίξω και πολλές πολλές κουβέντες μαζί του. Έτσι λοιπόν, βρήκα ένα σχέδιο «διαφυγής». Θα τον απασχολούσα με τις υποψίες μου για το συμβάν. Του διηγήθηκα τις ανησυχίες μου με όσο το δυνατόν πιο γλαφυρό τρόπο μπορούσα.
-          Για πες ρε Μιχάλη, πως ξέρουμε πως είχε όντως κατάθλιψη ο τύπος;
-          To έγραψε ο ίδιος, στο σημείωμα αυτοκτονίας που βρέθηκε στο σακάκι του, μου το παν δύο συνάδελφοι που πέτυχα πριν στη γέφυρα.
-          Πάντως για καταθλιπτικός πρόσεχε πολύ τον εαυτό του. Ήταν λουσμένος, καθαρός, με αψεγάδιαστο πρόσωπο που σίγουρα περιποιόταν. Δεν είναι ακριβώς έτσι οι καταθλιπτικοί να ξέρεις.

Όπως και ο πατέρας μου, συνήθιζα να φεύγω το συντομότερο από τις σκηνές του εγκλήματος. Άλλωστε, οι αχρείοι την είχαν λεηλατήσει τη συγκεκριμένη. Το σημείωμα στάλθηκε στην ΓΑΔΑ, ανάθεμα και αν χρησιμοποίησαν γάντια για να το πιάσουν. Από το σημείο που κρεμάστηκε, πρέπει να πέρασαν δεκάδες αστυνομικοί ποδοπατώντας κάθε πιθανό στοιχείο.
Με τον Μιχάλη χωριστήκαμε, ότι έπρεπε για να μην σχολιάσουμε καθόλου αυτό που απέφευγα όπως ο διάολος το λιβάνι.
Εγώ θα πήγαινα να δω την οικογένεια του στο Παλαιό Φάληρο και ο Μιχάλης στα γραφεία της εταιρείας του.  Το ξέραμε και οι δύο πολύ καλά, αν βλέπαμε πως κανένας από τους κοντινούς του ανθρώπους δεν ήξερε ότι έπασχε από κατάθλιψη, αυτό αναπόφευκτα θα σημαίνει ότι η υπόθεση έχει πολύ δρόμο ακόμα. Προς το παρόν υπήρχαν πολλά κενά στη περίπτωση της αυτοκτονίας, δεν επαρκούσαν όμως για να την αποκλείσουμε.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου