Δευτέρα, 30 Ιανουαρίου 2017

Ένας μαθητευόμενος σεφ S01E04



Ενόσω οι διαπραγματεύσεις συνεχίζονταν στην αίθουσα του «Συνδέσμου Μάγων Κατόχων Σπιτικών Ξωτικών» και δεν είχαμε ακόμα λευκό καπνό από τις διαπραγματεύσεις και στο ενδιάμεσο από την επιστροφή του Νέβιλ στο ριαλιτυ, η μικρή Τζέιν, η κόρη του Νέβιλ και της Λούνα θα πήγαινε στο Χογκουαρτς. Είχε φτάσει το πολυπόθητο γράμμα και είχε πάει παρέα με τον μπαμπά της στην «διαγώνια αλέα» για να αγοράσουν τα απαραίτητα σχολικά. Έφτασαν μπροστά από του Ολιβάντερ, ο Νέβιλ σήκωσε το βλέμμα στην επιγραφή πάνω από την πόρτα, άφησε έναν αναστεναγμό και μπήκε στο μαγαζί. 

Το κουδουνάκι που είχε τοποθετήσει ο Ολιβάντερ πάνω από τη πόρτα για να τον ειδοποιεί όταν έμπαινε πελάτης, ήχησε και ξάφνιασε κάπως τον Νέβιλ. Το μαγαζί ήταν όπως το θυμόταν, τεράστια σύνθετα έπιπλα αριστερά και δεξιά με εκατοντάδες ραβδιά στα σκονισμένα κουτιά τους και πίσω από τον πάγκο υπήρχαν άλλες τόσες προθήκες με ραβδιά, που χανόταν το μάτι σου. Το μαγαζί του Ολιβάντερ το είχαν διαλύσει η θανατοφάγοι, όταν έλεγχαν την διαγώνια αλέα αλλά είχε αποκατασταθεί πλήρως με την παρέμβαση του «νόμου για την επαναφορά της ευτυχίας» όπως καταχρηστικά είχε ονομαστεί το σύνολο των διατάξεων του Υπουργείου μαγείας μετα την  οριστική ήττα του Βόλντεμορτ.

Η μικρή Τζέιν ήταν κατενθουσιασμένη από την πλευρά της, είχε ήδη αγοράσει τα βιβλία της και είχε αποκτήσει και μια κουκουβάγια που δυσκολευόταν να την ονομάσει προς το παρόν. Μόνο το ραβδί έλειπε από τη λίστα της.

-          Καλημέρα μικρή Λονγκμπότομ. Είπε ο Ολιβάντερ, ο οποίος ήταν εμφανώς πιο κουρασμένος και γερασμένος από ότι τον θυμόταν ο Νέβιλ. «Γεια σου και σένα, Νέβιλ.». Συνέχισε, βραχνιασμένος .
-          Καλημέρα, κύριε Ολιβάντερ. Ανταπάντησε ο Νέβιλ με τη χαρακτηριστική του φωνή. Η Τζέιν δεν έβγαλε άχνα, απλά κοίταζε με τα δυο της πελώρια μάτια τα ραβδιά στα ράφια
-          Λοιπόν, μικρή Τζέιν, έφτασε η ώρα να πάρεις και σύ το ραβδί σου, για να δούμε…

Ανέβηκε στη σκάλα και κατέβασε ένα βυσσινί κουτί από το τρίτο ράφι της δεξιάς μεγάλης ραφιέρας. « Ξύλο οξιάς με καρδιά από φτερό παγωνιού». Το πήρε στο χέρι της η Τζέιν και την αμέσως επόμενη στιγμή το ραβδί ράγισε. «Μπα, όχι», είπε με έναν μορφασμό ο Ολιβάντερ. Το επόμενο που κατέβασε ήταν σε ένα γυάλινο κουτί και ήταν από ξύλο κερασιάς με μια σκαλισμένη σε σχήμα τριαντάφυλλου λαβή, ενώ είχε πυρήνα μια χορδή από την καρδιά ενός κινέζικου φλογοβόλου. Παραδόξως ούτε αυτό έκανε στην Τζέιν, αφού τη στιγμή που το άγγιξε κατεδάφισε τα μισά ραβδιά του μαγαζιού από τις θέσεις τους. Τρομαγμένη εκείνη το άφησε αμέσως πίσω στη θέση του. «Περίεργο», αναφώνησε ο Ολιβάντερ. «Αναρωτιέμαι αν θα σου έκανε αυτό». Της έδωσε ένα γκρίζο ραβδί από λεύκα, που για πυρήνα είχε μια χορδή από σοκολάτα. Το ραβδί ήταν προορισμένο για την Τζέιν, την ώρα που το έπιασε το πρόσωπο της έλαμψε. Το περίεργο ήταν πως όσο έλαμπε το πρόσωπο της μικρής Τζέιν, τόσο χανόταν το χρώμα από τα δυο μάτια του γέρο-Ολιβάντερ. Μετά από λίγο ο διάσημος ραβδοποιός κατέρρευσε. Τον σήκωσε ο Νέβιλ και τον έβαλε να καθίσει στον καναπέ.

-          Τι συμβαίνει κύριε Ολιβάντερ είπε τρομαγμένος ο Νέβιλ
-          Οι αναμνήσεις. Σκοτώνουν οι αναμνήσεις κύριε Λονγκμπότομ !
-          Τι έγινε ; τι εννοείται ;
-          Ξέρετε, μόνο ένα ραβδί από λεύκα υπήρχε μέχρι τώρα στον κόσμο. Εκείνο της γυναίκας μου.
-          Δεν το ξέρα ότι είχατε γυναίκα. Δεν ήξερα ότι έχετε παντρευτεί.
-          Ήταν πολύ παλιά κύριε Λονγκμπότομ, απλά κράτησε για λίγο, μόλις ένα χρόνο. Ξεκίνησα εγώ το μαγαζί και εκείνη έπρεπε να φύγει. Έφυγε γιατί έπρεπε να πάει στη Νέα Υόρκη για το αμερικάνικο κογκρέσο. Και έφυγε σαν σήμερα κύριε Λονγκμπότομ. Σήμερα κλείνει ένας αιώνας χωρίς τη Σεραφίνα και να που η πραγματικότητα ξαναχτυπά. Νομίζω χτυπά και για τελευταία φορά.
-          Μα τι λέτε κύριε Ολιβάντερ, θα σας πάμε στο νοσοκομείο άμεσα.
-          Δεν γίνετε κύριε Λονγκμπότομ. Ακούστε με σας παρακαλώ. Είπε με ένα προστακτικό μα και γλυκό ύφος. «Ακουστέ ότι έχω να πω».

Σηκώθηκε λίγο και προσπάθησε να καθίσει καλύτερα στον καναπέ. Σήκωσε το βλέμμα του και προσπάθησε να ρουφήξει όσο περισσότερο μπορούσε από το μαγαζί του. Τα δύο σαν φεγγάρια μάτια του έβλεπαν όλες εκείνες της αναμνήσεις από την ζωή του να περνάνε μπροστά του. Το μαγαζί τώρα ήταν ολόκληρο μια κιβωτός αναμνήσεων για τον Ολιβάντερ. Όλη του η ζωή ήταν εκεί, όλες του οι αγαπημένες στιγμές, ίσως και οι άσχημες. Η Σεραφίνα Πίκερυ ήταν εκεί, για μια τελευταία φορά.

«Είναι ο πανικός, Νέβιλ. Κάθε μαχαιριά, το συνεχόμενο μούδιασμα . αυτό που η γη χάνεται. Ένα συναίσθημα μοναχικό. Λένε, πως ο έρωτας, είναι για δύο. Πως θέλει δυο ψυχές για να ευδοκιμήσει. Ψέμα. Είναι μοναχικός. Είναι το κρύο που σε χτυπά στα πλευρά. Είναι η σύγκρουση με την πραγματικότητα. φοράμε όλη την ώρα μάσκες. Ψάχνουμε να κοιταχτούμε σε παραμορφωτικούς καθρέφτες. Δείχνουμε αυτό που θέλουμε να είμαστε και ας είμαστε ένα άνθρωπος-ελέφαντας. Και τις νύχτες , ας κλαίμε γοερά για όλα μας τα λάθη. Η Μάσκα, υπάρχει. Είναι εκεί κολλημένη πάνω μας. Μόνο ο έρωτας, η αγάπη και όλα αυτά τα μικρά που θυμόμαστε κάθε τόσο, πως σταυρώνει κάποιος τα χέρια του, πως μας κοιτά, πως χαμογελά, μόνο αυτά μπορούν και σκίζουν τις μάσκες μας. Μόνο τότε είμαστε ανθρώπινοι.»

Ο Νέβιλ τον άκουγε σοβαρός και η μικρή Τζέιν δίπλα του τον κοίταγε με τα πελώρια της μάτια. Δεν ήθελαν να τον διακόψουν. Όλο αυτό είχε μια αίσθηση μυσταγωγίας, κάτι το μαγικό. Το πραγματικά μαγικό, χωρίς ξόρκια και ραβδιά, απλά μόνο με την ήρεμη φωνή ενός ανθρώπου που έφτανε στο τέλος του. 

«Βλέπεται, δεν επιλεγεί ο μάγος το ραβδί αλλά το ραβδί τον μάγο. Αυτό που ξέρουν όμως ελάχιστοι, είναι πως δεν επιλέγει ο άνθρωπος τον έρωτα αλλά ούτε και ο έρωτας εκείνον. Είναι η πραγματικότητα που επιλέγει τον ερωτευμένο. Είναι εκείνη που του ανοίγει τα μάτια. Ο κόσμος κύριε Λονγκμπότομ, είτε είστε μαγκλ, είτε μάγος είναι διπλός. Υπάρχουν τουλάχιστον δύο αλήθειες, μια στο κεφάλι σας και μια πραγματική. Ο έρωτας λοιπόν, είναι αυτό το πράγμα που σχεδόν με ταχύτητα φωτός φέρνει το κεφάλι σας σε σύγκρουση με την πραγματικότητα. Ο έρωτας είναι μια δύναμη που συνήθως δεν ελέγχεται εσείς αλλά το αντικείμενο του πόθου σας πρώτιστα αλλά και ο ίδιος ο κόσμος σε δεύτερο βαθμό. Το μόνο όμως που γνωρίζεται για αυτόν και βασικά, είναι και το μόνο σίγουρα παρήγορο, πως τουλάχιστον με τον καιρό θα σας έχει μείνει μια γλυκιά ανάμνηση. Και ολόκληροι πλανήτες να σας χωρίζουν, πάντα θα θυμάστε κάτι από αυτό, έστω κάτι ανεπαίσθητο. Κάτι που ίσως μόνο εσείς θα μπορείτε να αναγνωρίσετε και θα υπόσχεστε πρώτα στον εαυτό σας ότι θα πεθάνετε αν χρειαστεί προσπαθώντας να ξαναβρεθείτε.»

Ξανασταμάτησε λίγο τον μονόλογο του ο Ολιβάντερ, κοίταξε με τα διαπεραστικά του μάτια την Τζέιν και της χαμογέλασε. 

«Ξέρετε, η ζωή μας έτσι προχωρά, με αυτές τις υποσχέσεις και αυτές τις αναμνήσεις. Αν δεν τα αποθηκεύαμε αυτά στην δικιά μας κιβωτό, στο παλάτι του μυαλού μας, η καρδία μας θα σταμάταγε την ώρα που γεννιόμασταν. Υπάρχουν κάποιοι άνθρωποι που δεν ανήκουν σε κανέναν. Μπορεί να ανήκουν, αν ανήκουν κάπου σε κάτι πολύ ανώτερο από τον καθένα μας. Αλλά ακόμα και αυτοί οι υπέροχοι άνθρωποι, στο τέλος με αυτές τις υποσχέσεις και αυτές τις αναμνήσεις προχωράνε. Το σπαθί του Γκοντριγκ Γκριφιντορ δεν σας είχε έρθει ποτέ αν δεν είχατε γνωρίσει την Λούνα. Αν, δεν είχατε κάτσει δίπλα δίπλα στα σκαλιά που οδηγούσαν στους κοιτώνες σας, χωρίς να μιλάτε με έναν βαρύ και μόνιμο κόμπο στο λαιμό σας και την καρδιά σας, χωρίς να κοιτάτε και οι δυο τάχα αλλού. Φτάνει όμως δεν αντέχω πια άλλο. Πάρε το ραβδί σου μικρή μου Τζέιν και συγγνώμη για όλο αυτό κύριε Λονγκμπότομ. Μάλλον δεν έπρεπε να το υποστείτε. Στείλτε μια κουκουβάγια στο υπουργείο μαγείας με ένα μήνυμα πως πρέπει να ανοιχτεί η διαθήκη μου και να οριστεί άλλος στη θέση μου στο μαγαζί. Τέλος, μόνο αυτό. Να θυμάστε ότι έχουμε όλο το χρόνο του κόσμου μπροστά μας. Ακόμα και εγώ τώρα που φεύγω. Ακόμα και αν δεν ζήσουμε να δούμε την αυριανή μέρα. Αρκεί βέβαια, μόνο ένα πράγμα να κρατάμε σφιχτά κάθε φορά αυτές τις υποσχέσεις που δώσαμε, να μην ξεχάσουμε ποτέ αυτό το βάδισμα στην αμμουδιά.»

Αυτά ήταν τα τελευταία λόγια του Γκάρικκ Ολιβάντερ. Η Τζειν τον κοίταζε ακόμα καθώς έκλεινε τα μάτια του και γύρναγε το κεφάλι στο πλάι. Ο Νέβιλ δάκρυσε και το μόνο που χε πλέον στο μυαλό του ήταν εκείνο το βλέμμα της Λούνα, μέσα στο μωβ της πουλόβερ όταν κάθισαν στα σκαλιά της μεγάλής αίθουσας, λίγα λεπτά αφότου σκότωσε τη Ναγκίνι.

Συνεχίζεται…

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου