Δευτέρα, 25 Δεκεμβρίου 2017

Το μοναστηρι της Γλασκωβης Part 5



Βγήκα απ' το κτίριο και καλωσόρισα το κρύο χαστούκι του αέρα. Το καλό με τη Γλασκώβη είναι ότι ανήκει στις πόλεις που μπορούν να υποστηρίξουν τη ψευδαίσθηση των πολιτών πως αναπνεύουν καθαρό οξυγόνο. Σχεδίαζα να κάνω έναν μικρό περίπατο στο τετράγωνο για να ξεσκάσω, μα στην πορεία αποφάσισα να περπατήσω λίγο παραπάνω.

Το περπάτημα είναι ευεργετικό για μένα. Με βοηθάει να βάζω τις σκέψεις μου σε σειρά, να χαλαρώσω και στην τελική να ξεφύγω λιγάκι. Το να κινείσαι ανάμεσα σε αγνώστους που πάνε στη δουλειά τους, στα ψώνια τους, στη βολτα τους, να παρατηρείς την επαναλαμβανόμενη καθημερινότητα μιας πόλης εν κινήσει, σε κάνει να συνειδητοποιήσεις πως στην τελική ότι γαμωπρόβλημα και να έχεις εσύ, υπάρχει ένας κόσμος εκεί έξω που θα συνεχίσει την όποια ρουτίνα του. Ξανά και ξανά και ξανά. Είναι μια σταθερότητα που ειδικά ως αστυνομικός καταλαβαίνω ότι είναι πλασματική και με πολλά παραθυράκια, ωστόσο νομίζω ότι ως άνθρωποι, στο χάος που μέσα του στροβιλιζόμαστε, έχουμε ανάγκη την αίσθηση μιας συλλογικής σταθερότητας, ένα σημειο να κρατιόμαστε για να μην μας πιάνει ναυτία. Εκτός αυτού, το περπάτημα αποτελούσε τη μοναδική μου επίσκεψη στον πλανήτη που λέγεται γυμναστική χρόνια τώρα. Οι αρχαίοι Έλληνες είχαν πει το διάσημο ρητό «νους υγιής εν σώματι υγιεί.» Δεν έχω ακούσει πιο μεγάλη μπαρούφα στη ζωή μου.

Έστριψα αριστερά στην Cocaddens road, πέρασα απέναντι και μετά από καμιά διακοσαριά μέτρα έστριψα δεξιά στην West Nile street. Ο δρόμος αυτός δυο τετράγωνα παρακάτω διασταυρώνεται με τη Sauchiehall street, προέκταση ενός μεγάλου ανεστραμμένου Γ στον χάρτη που αποτελεί τον κεντρικό εμπορικό πεζόδρομο της Γλασκώβης. Είναι νωρίς το απόγευμα, ώρα αιχμής, και ο πεζόδρομος ήταν πλημμυρισμένος από ντόπιους και τουρίστες να πηγαίνουν πέρα δώθε σαν κουρδισμένα στρατιωτάκια. Κάπου εκεί πήρα πρέφα το μαλακιστήρι.

Δεν ήταν περίεργο που τον πετύχαινα εκτός μοναστηριού. Οι μοναχοί γενικά βγαίνουν συχνά για να ψωνίσουν τα απαραίτητα η για κάποια εξωτερική δουλειά που μπορεί να προκύψει, ωστόσο οι δόκιμοι φέρουν το ελεύθερο να μετακινούνται, σε λογικά φαντάζομαι πλαίσια, εντός και εκτός μοναστηριού, αφού ακόμα δεν έχουν χριστεί επίσημα μοναχοί. Κανονικά, σύμφωνα πάντα με τη καθολική κανονικότητα, η διαδικασία για να μετατραπείς απο δόκιμος σε ορίτζιναλ μοναχό και αναπόσπαστο κομμάτι του μοναστηριού παίρνει τρία περίπου χρόνια, ωστόσο παρατηρείται ότι κάποιοι δόκιμοι χρίζονται μοναχοί ακόμα και μετά από λίγους μήνες, λογικά για να μη χάθει το λαβράκι.

Στεκόταν στο απέναντι πεζοδρόμιο και δεν με είχε δει. Φορούσε τη στολή του δόκιμου κάτω από ένα γελοίο κόκκινο μπουφάν που πήγαινε ασορτί με τα σπυράκια στη μούρη του. Συνομιλούσε με έναν τύπο, ο οποίος ήταν γυρισμένος με πλάτη σε μένα. Κάνα φιλαράκι φαντάζομαι. Όλοι μας χρειαζόμαστε, ειδικά αν έχουμε τα ψυχολογικά που διέγνωσα στον μικρό τα τρία ολόκληρα λεπτά που συνομιλήσαμε στην πύλη του μοναστηριού. Το ξέρω, γίνομαι απόλυτος, αλλά αν αντιπαθήσω αντιπάθησα, αυτός είμαι. Τέλος πάντως, το μαλακισμένο κρατούσε μια μεγάλη σακούλα επώνυμου οίκου μόδας. Βγήκε για ψώνια το χρυσό μου.

Ο συνομιλητής του τον αποχαιρέτισε με ένα φιλικό χτύπημα στη πλάτη και απομακρύνθηκε προς τη γωνία όπου η Sauchiehall μετονομαζόταν σε Buchanan και συνεχιζε σχεδόν μέχρι το ποτάμι. Μιας και η ζωή μου πρόσφερε την ευκαιρία για μια ανακρισούλα εξωτερικού χώρου, στήθηκα υπομονετικά στο φανάρι περιμένοντας το πράσινο ανθρωπάκι να μου δώσει την άδεια να διασχίσω τον δρόμο. Όμως, επειδή η ζωή είναι πουτάνα, ο μικρός εκείνη τη στιγμή σταμάτησε ένα ταξί, μπήκε μέσα και εξαφανίστηκε. Τότε άναψε το πράσινο των πεζών. Εντάξει, δεν πειράζει, σιγά μην είχε τίποτα να μου πει, στην τελική και γω δεν ήξερα τί ακριβώς θα τον ρώταγα. Ωστόσο γούσταρα απλά και μόνο στην ιδέα να τον τρομάξω λίγο. Δεν ξέρω αν αυτό θεωρείται αστυνομική αυθαιρεσία. Όπως και να χει, παρέμεινα στο αρχικό μου σχέδιο και μετα από πέντε λεπτά περπάτημα βρέθηκα στο Iron Horse, την παμπ η οποία έχει την τιμή να έχει μπαρμαν το φιλαράκι μου τον Τζέιμς.

«Μπα» Αυτό είπε μόνο, καθώς γέμιζε ένα ποτήρι με Guiness για να σερβίρει στον μοναδικό πελάτη που καθόταν στο σκαμπό μπροστά απ' τη μπάρα εκείνη την ώρα, ακίνητος, κοιτώντας σταθερά με ένα κενό βλέμμα τον μακρύ καθρέπτη από πίσω. Το μαγαζί ήταν στην ουσία ένας μικρός αλλά στενόμακρος χώρος με μια μεγάλη μπάρα στη μια μεριά και έναν απλωμένο ξύλινο πάγκο, ουσιαστικά προέκταση της μπάρας, κολλημένο περιμετρικά στους τοίχους με τα απαραίτητα ξύλινα σκαμπό μπροστά. Στο βάθος υπήρχε μια τηλεόραση και μπροστά της δυο καναπεδάκια  μπροστά από ένα μακρύ τραπέζι, περιέργως όχι ξύλινο. Οι τοίχοι ήταν βαμμένοι κατακόκκινοι απ' άκρη σε άκρη δίνοντας μου πάντα την αίσθηση ότι βρισκόμουν στο στομάχι μιας γιγάντιας φάλαινας, αν φυσικά τα στομάχια των γιγάντιων φαλαινών είναι όπως τα δείχνουν στις ταινίες.
«Τι σημαίνει αυτό;» ρώτησα χαμογελαστός, πιάνοντας θέση δίπλα στον τύπο, ο οποίος συγκριτικά με μένα φαινόταν λίγο μεγαλύτερος και πολύ πιο μεθυσμένος.
«Σημαίνει πως και με θυμήθηκες; Πως περνάς τον χρόνο σου τόσο καιρό; Ξέρεις, εγώ έχω ζωή γενικά, και πολλούς φίλους. Εσυ νομίζω έχεις μόνο εμένα»
«Μαλακίες. Εξάλλου, άμα είχες ζωή δεν θα ξενέρωνες τόσο που σε έχω γραμμένο κάνα δίμηνο.»
Χαμογέλασε χαιρέκακα καθώς τακτοποιούσε κάποια φρεσκοπλυμμένα ποτήρια στον χώρο κατω απ' τα ράφια των ποτών. Ύστερα μου έδειξε την ανοικτή τηλεόραση στο βάθος του μαγαζιού, η οποία ήταν μόνιμα συντονισμένη στο BBC απ' την εποχή των Βίκινκς.
«Βλέπω δίνετε πάλι τροφή για ίντριγκες στα κοράκια». Ήταν το δελτίο ειδήσεων, και εκείνη την ώρα έδειχνε την ανακοίνωση της αστυνομίας για τον Τζέραλντ Τρουπ, ο σκελετός του οποίου βρέθηκε προχθες στο μοναστήρι, συνοδευόμενη από κάποιες φωτογραφίες του θύματος.
«Δολοφονία γκάνγκστερ σε καθολικό μοναστήρι, 30 χρόνια πριν.», συνέχισε ο Τζέιμς. «Παρελθόν, ανεξιχνίαστος φόνος, περιτυλιγμένος με θρησκευτική ατμόσφαιρα. Θα πουλήσει για κάνα τριήμερο, φαντάζομαι. Η απορία μου είναι, ένα έγκλημα 30 ετών ενδιαφέρει κανέναν σήμερα;»
Ήταν η σειρά μου να πετάξω ένα απλό «Μπα». Παραδέχομαι ότι ένας φόνος 30 χρόνια πριν δεν νομίζω να ενδιαφέρει πραγματικά κάποιον, εκτός από μένα με όλα αυτά που μου έτυχαν τις προηγούμενες μέρες.
Και την Καθολική Εκκλησία.

Η αναφορά στο μοναστήρι φαίνεται να τράβηξε κάποιον εγκεφαλικό μοχλό του κύριου Guiness δίπλα μου, ο οποίος, δείχνοντας για πρώτη φορά σημάδια νοημοσύνης, γύρισε αργά το κεφάλι και μας κοίταξε.
«Οι καθολικοί είναι λεχρίτες. Λεχρίτες σας λέω! Αυτοί τον σκότωσαν. Αυτοί το έκαναν, πιστέψτε με!» Μισό ποτήρι μαύρης μπύρας εξαφανίστηκε, σχεδόν ως δια μαγείας.
«Όλα αυτά τα αλητάκια οι Fenians, ήρθαν στο σπίτι μας από απέναντι για να μας φέρουν τον διάβολο. Τον διάβολο σας λέω! Τον διάβολο!» Κατέβασε και το υπόλοιπο ποτήρι. Μπορεί να μισούσε τους Ιρλανδούς, λάτρευε πάντως την εθνική τους μπύρα.
«Και ο καθεδρικός της Βιτεμβέργης ήταν ένας ναός κενός, ένας ναός βρώμικος, μέχρι να κολλήσει πάνω  του τις 95 εντολές ο Λούθηρος και να φέρει την κάθαρση. Τον αγιασμό! Τον αγιασμό, απέναντι στους δυνάστες του Ιησού. Απέναντι στους άθεους καπηλευτές του ονόματος Του». Ανέβαινε το επιπέδο.
«Οι καθολικοί είναι....» μεγάλη παύση. Μάλλον σκεφτόταν το αν θα συνέχιζε να μιλάει ή αν θα ξέρναγε ότι είχε φάει και πιει το τελευταίο 24ωρο. Τελικά επέλεξε το πρώτο.
«Σσσσσσατανικοί». Μετά από τέτοια παύση περίμενα κάτι πιο βαθυστόχαστο.

«Ωραίος ο τύπος.», παραδέχτηκα, την στιγμή που ο κύριος Guiness αποχωρούσε τρεκλίζοντας απ' τη παμπ, μετά από ακόμα τρία ποτήρια και άπειρη προτεσταντική κατήχηση. Πάνω στη μπάρα είχε αφήσει ένα χαρτονόμισμα των δέκα λιρών. Σίγουρα χρωστούσε περισσότερα, ωστόσο ο Τζέιμς το μάζεψε και το έβαλε στο ταμείο χωρίς να πει κάτι.
«Κάθε ένας κουβαλάει μια ιστορία, Ίαν. Νομίζω ότι το καλύτερο εργαλείο για να καθαρογράψεις μέσα σου την ιστορία αυτή είναι το αλκοόλ. Εσύ σαν μπάτσος έπρεπε να το ξέρεις καλύτερα.»
«Μπα. Νομίζω ότι εσείς οι τύποι πίσω απ' την μπάρα είστε καλύτεροι σε αυτά θέματα. Εσύ μαλάκα ασχολείσαι με χαμογελαστές κυρίες, βαρεμένους εργάτες και καμιά φορά με κανέναν απατημένο σύζυγο ή υπερχρεωμένο οικογενειάρχη που θα έρθει σε σένα γιατί η γνώμη σου και το φθηνό σου ουίσκι κοστίζουν λιγότερο απ' τον ψυχολόγο. Εγώ ασχολούμαι με πτώματα, με θλιμμένους-εξοργισμένους συγγενείς πτωμάτων και με φοβισμένους ύποπτους. Αν θες να παρουσιάσουμε την κοινωνία σαν κέρμα που κάποιος παίζει κορώνα-γράμματα, μαλάκα, εσύ πάντα χοροπηδάς στην πλευρά που κοιτάει ουρανό, ενώ εγώ ο κακομοίρης σε αυτή που πιέζεται στη λάσπη.»
«Και οι δυο πλευρές είναι ίδιες, βλάκα. Το κέρμα είναι κέρμα. Το μόνο που μετράει είναι η αξία του. Α, για να μη ξεχάσω, έχω προτασούλα. Ένας πελάτης χθες μου πούλησε μισή τιμή δυο εισιτήρια Ρέιντζερς-Σελτικς, για το ντέρμπυ του σαββάτου, επειδή τελικά δεν μπορεί να πάει. Οπότε, το δικό σου κερασμένο από μένα. Τι λες, πάμε να θυμηθούμε τα παλιά;»

Έφυγα απ' τη παμπ κάνα τρίωρο μετά, ελαφρώς μεθυσμένος και με αρκετά καλύτερη ψυχολογία. Είχε πάει 8.30, η κίνηση είχε πέσει αισθητά. Ξεκίνησα να βαδίζω προς το τμήμα για να πάρω το κινητό και το αμάξι μου και να γυρίσω σπίτι. Περπατώντας, είπα να κάνω μια σύντομη ανασκόπηση των γεγονότων.

 Βρίσκεται ένας σκελετός περίπου 30 ετών στον λαχανόκηπο του μοναστηριού. Δυο μπράβοι με απαγάγουν. Με δωροδοκούν να βγάλω γρήγορα ένα βιαστικό πόρισμα και με βιντεοσκοπούν να δέχομαι. Σε μία κρίση προσωπικής ηλιθιότητας και πείσματος που κρατάει μέχρι τώρα, αποφάσιζω να τους πάω κόντρα και πηγαίνω στο μοναστήρι, για να φάω πόρτα. Γυρνώντας στο τμήμα, μαθαίνω πως ο σκελετός είναι του Τζέραλντ Τρουπ, τον οποίο για κάποιο λόγο κάποιος είχε παρουσιάσει νεκρό στο Μπέλφαστ 9 χρόνια μετά τον πραγματικό του θάνατο. Κάποιος με αρκετή δύναμη και εξουσία, θα έλεγα. Και τώρα τα ερωτήματα. Τί σχέση είχε ο Τρουπ με το μοναστήρι του Άγιου Ανδρέα; Μήπως το ζευγάρι που δολοφόνησε είχε και αυτό κάποια σχέση με την υπόθεση; Ποιος είναι ο κακομοίρης που ξεβράστηκε νεκρός με το τατουάζ και το κολιέ του Τρουπ στο Μπέλφαστ το 1993; Γιατί συνέβη αυτό; Τι στον διάολο θα συμβεί μετά;

Είχα φτάσει στην γωνία της Coccadens με την Maitland street, όταν μια όχι τελείως άγνωστη φωνή πίσω μου αποφάσισε να απάντησει στο τελευταίο ερώτημα. «Ντετέκτιβ;»

Γύρισα αυθόρμητα το κεφάλι. Στο πεζοδρόμιο, μόλις 5 μέτρα πίσω μου, στέκονταν οι δυο τύποι που με είχαν απαγάγει προχθές. Φορούσαν μαύρα από πάνω μέχρι κάτω, αλλά δεν τους αδυνάτιζαν όπως τον υπόλοιπο κόσμο, ήταν ακόμα θεόχοντροι. Ο ένας είχε το δεξί του χέρι χωμένο σε μια μεγάλη τσέπη του παλτού του, πιθανότατα κρατώντας ένα απ' αυτά τα μικρά, αθόρυβα και πλήρως λειτουργικά για δολοφονίες από κοντινή απόσταση πιστολάκια. Χωρίς να βλέπω, ήμουν σίγουρος ότι η κάννη ήταν στραμμένη προς το μέρος μου.

Δεν έχασα χρόνο. Άρχισα αμέσως να τρέχω, στρίβοντας στην Maitland street ελπίζοντας ότι θα έφτανα έγκαιρα στο τμήμα. Θα ήταν κρίμα να πεθάνω 200 μέτρα απ' τα κεντρικά της σκωτσέζικης αστυνομίας, προς θεού, τι θα πει ο κόσμος αύριο; Ταυτόχρονα έβαλα το χέρι στη ζώνη ψάχνοντας το υπηρεσιακό μου περίστροφο, και περισσότερο ένιωσα παρά είδα τους πρώην απαγωγείς μου να ξεκινάνε να με καταδιώκουν. Όπως ήταν λογικό, σύμφωνα με τον τρίτο νόμο κακομοιριάς του Νεύτωνα, το περίστροφο μου ήταν ξεχασμένο στο συρτάρι του γραφείου. Έτσι είναι, θυμήθηκα να πάρω το αδιάβροχο, οπότε κάτι έπρεπε να ξεχάσω. Ενώ γνωρίζω ότι είμαι μπλεγμένος σε μια περίεργη υπόθεση. Κυρίες και κύριοι, το βραβείο Νόμπελ Αθεράπευτης Μαλακίας 2017 απονέμεται στον Ίαν Ράσελ! Χειροκροτήστε τον όσο προλαβαίνετε, γιατί σε πέντε δευτερόλεπτα το πολύ θα πιτσιλιστείτε απ' τα χυμένα μυαλά του!

«ΝΤΕΤΕΚΤΙΒ!»

Ο δρόμος ήταν έρημος. Κανένας δεν βρισκόταν έξω αυτή τη ώρα να μοιραστεί μαζί μου τις ευχάριστες στιγμές. Μονάχα εγώ, οι γορίλλες και οι γραφικοί φανοστάτες των βρετανικών δρόμων, απ' αυτούς που λατρέυουν οι τουρίστες, οι οποίοι έριχναν το χαρακτηριστικό θαμπό κίτρινο φως στο στενό και δημιουργούσαν την ιδανική ατμόσφαιρα για τη δολοφονία ενός μπάτσου. Στις πολυκατοικίες δεξιά και αριστερά μου, πίσω απ' τα κλειστά παράθυρα, κόσμος θα χουχούλιαζε στον καναπέ η το κρεβάτι του, θα έτρωγε, θα καθόταν στον υπολογιστή, θα έβλεπε τηλεόραση, θα διάβαζε,θα έπινε, θα έκανε σεξ, και απ' αύριο θα είχε μια ωραία ιστορία να πει στις παμπ και στα χριστουγεννιάτικα τραπέζια. Ναι φίλε, ακριβώς, ο μπάτσος που είχε αναλάβει την υπόθεση του μοναστηριού του Άγιου Ανδρέα ψόφησε στην εξώπορτα του σπιτιού μου. Γάμησε τα αδερφέ, δεν κάνω πλάκα χα χα! Ο κακομοίρης! Τρεις ώρες μας πήρε να καθαρίσουμε το αίμα απ' το πλατύσκαλο. Κάτσε να σου στείλω φώτο!

«ΝΤΕΤΕΚΤΙΒ!»

Έτρεχα, έτρεχα, έτρεχα. Μπορεί να είμαι 25 χρόνια μπάτσος, αλλά πιστέψτε με, όσο περίεργο και αν σας φαίνεται, ποτέ δεν είχα βρεθεί σε σημείο να φοβάμαι πραγματικά για τη ζωή μου. Έχω συνυπάρξει με πολλά πτώματα, δεν συνύπηρξα ποτέ με το ενδεχόμενο να είμαι εγώ το πτώμα.  Κοίταξα αστραπιαία πίσω μου, οι διώκτες μου ήταν μόλις στα 15 μέτρα. Τρέχανε γρήγορα για συνολικό βάρος 250 κιλά μαφίας. Ήμουν ακόμα στο πεδίο βολής, αλλά αν κέρδιζα λίγα μέτρα ίσως είχα μια ελπίδα. Αν φυσικά έχουν το όπλο τσέπης που φαντάζομαι, το οποίο χάνει αρκετά σε ακρίβεια σε αποστάσεις μεγαλύτερες των είκοσι μέτρων. Αν έχουν άλλο μεγαλύτερο όπλο την έχω κάτσει. Σημεία καλύψης στον δρόμο δεν υπήρχαν, προσπαθούσα να κάνω λίγο ζιγκ ζαγκ ώστε να δυσκολέψω λίγο στην στόχευση, σε γενικές γραμμές πάντως φαντάζομαι πως ήμουν εύκολος στόχος.

Σιγά σιγά, ένα παράξενο μίγμα αδρεναλίνης και πανικού ανέλαβε ολοκληρωτικά τα ηνία του μυαλού και του σώματος μου, σβήνοντας κάθε σκέψη εκτός από μία. Μια σκέψη που ορθωνόταν σαν πινακίδα νέον, με γράμματα τόσο φωτεινά και μεγάλα που φαίνονται απ' την σελήνη. Γαμώ τη γκαντεμιά μου, δεν θέλω να πεθάνω ρε πούστη μου! Δεν θέλω να πεθάνω ρε πούστη μου! Δεν θέλω να πεθάνω ρε πούστη μου! Δεν θέλω να πεθάνω ρε πούστη μου!

Τότε. δυο εκκωφαντικοί πυροβολισμοί μαζί με το μουγκρητό μιας δυνατής μηχανής αυτοκινήτου διέκοψαν την ησυχία ενός κατά τ' άλλα όμορφου φθινοπωρινού βραδιού, στα πέριξ του κέντρου της Γλασκώβης.


Συνεχίζεται...                                    
                                                                                                                                   Little Blaine


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου