Πέμπτη 2 Ιουνίου 2016

Έρωτας και τρέλα


Τα μπαρ της επαρχίας και οι καφετέριες της, συνήθως είναι μικρότερες απομιμήσεις μαγαζιών της πρωτεύουσας που αρέσαν στους ιδιοκτήτες αυτών των μαγαζιών. Ιδιαίτερα μάλιστα, αν οι πόλεις για στις οποίες αναφερόμαστε είναι κοντά στην πρωτεύουσα. Όποτε φανταστείτε το αγαπημένο σας μπαρ και φτιάξτε μια κακή αναπαραγωγή του σε μια επαρχιακή πόλη, άλλωστε για τη σημερινή ιστορία δεν έχει και τόσο νόημα το σκηνικό.


Είναι στιγμές, που έχεις ένα μοναχικό βλέμμα καθώς κάθεσαι και πίνεις ένα ποτό και εκεί που ψάχνεις το χώρο, πέφτεις πάνω σε κάποιον με ακόμα πιο μοναχικό βλέμμα. Και δεν είναι μόνο το βλέμμα του μοναχικό, είναι ο τρόπος που κάθεται, γυρισμένος ελαφρά στο τραπέζι και χωρίς να μιλάει σε κανένα. Δεν παραξενεύεσαι και πολύ μιας και γνωρίζεις ποιος είναι αυτός ο σχετικά ψηλός άνδρας. Είναι ο Κωστής ο τρελός. Ένας γενικά, καλά στεκούμενος άνδρας ο οποίος ξέρεις ότι δεν απέχει πολύ από το να βροντήξει στον αέρα το τραπέζι που κάθεται και σε μια μανιώδη έκσταση να προκαλέσει όσο το δυνατόν περισσότερες ζημιές στον εαυτό του. Θα προσπαθήσει να σκίσει τα ρούχα του, θα χτυπήσει το κεφάλι του στον τοίχο και μέσα σε όλο αυτό μπορεί να χτυπήσει και κανέναν που θα προσπαθήσει να τον σταματήσει. Μα μόλις ηρεμήσει θα τον ικετεύει να τον συγχωρήσει και θα νιώθει ο πιο ντροπιασμένος άνθρωπος στον κόσμο. Όχι για το κακό που κάνει στον εαυτό του αλλά γιατί πείραξε ελάχιστα έστω κάποιον άλλο.

Ο τρελός του χωριού, είναι μια περσονα που επιβιώνει και σήμερα στην ελληνική επαρχία. Στη μητρόπολη, οι απόκληροι είναι πιο πολλοί και επίσης οι ρυθμοί τελείως διαφορετικοί ακόμα και σήμερα για να τους χαρίζεται τόση αναγνωσιμότητα. Προφανώς και υπάρχουν εξαιρέσεις αλλά στην επαρχία είναι κανόνας να υπάρχει τουλάχιστον πάντα κάποιος που όλοι τον γνωρίζουν και του συμπεριφέρονται σαν τέτοιον. Είναι μια συμπεριφορά από τους περισσότερους εμπαιγμού, κυρίως για να του φορτώσουν και τις δικές τους αμαρτίες και από την άλλη και φόβου να αντιμετωπίσουν μια εικόνα που δεν είναι μακριά τους. Η τρέλα τείνει να βρίσκεται ένα σοκάκι μακριά από την πραγματικότητα.

Πιο συγκεκριμένα ο Κωστής λένε πως κάπου εκεί στα νεανικά του χρόνια, τώρα είναι 50αρης, είχε ερωτευτεί μια γυναίκα η οποία δεν του ανταπέδωσε ποτέ όσα εκείνος της χάρισε. Πιο συγκεκριμένα, όλοι στην πόλη γνωρίζουν πως η κοπέλα αυτή έφυγε από την πόλη κάνα 2-3 χρόνια μετα την γνωριμία της με τον Κωστή και από τότε ελάχιστοι έχουν νέα της. Επίσης, είναι αρκετά συνηθισμένο όταν ένα πρόσωπο λησμονείτε αρκετά, ιδιαίτερα αν από πίσω της υπάρχει και μια ερωτική ιστορία που έχει οδηγήσει κάποιον στην τρέλα, αυτό το πρόσωπο να ντύνεται με αρκετούς μύθους. Από τους πιο παρατραβηγμένους που μιλάνε για μαγικές τελετές, παντρέματα με ζάμπλουτους γέρους και αλλά παρεμφερή μέχρι πιο απλές περιγραφές που πάντα όμως συνοψίζονται στο ότι αυτή έφταιγε και κατάντησε τον κατά τα άλλα πολύ χρήσιμο για εμπαιγμό τρελό, έτσι όπως είναι. Το σίγουρο πάντως είναι πως αυτή η γυναίκα δεν έχει εμφανιστεί στην πόλη σίγουρα εδώ και πάρα πολλά χρόνια. Πιστεύω πως ο Κωστής σίγουρα την περιμένει ακόμα και μάλιστα είμαι σίγουρος ότι την έψαξε για πολύ καιρό, ίσως και να την βρήκε κάποιες φορές. Εκείνος αρνείται να μιλήσει ακόμα καλά καλά και για ποδόσφαιρο ή την ζέστη που κάνει το καλοκαίρι. 

Αυτός ο οποίο τρελαίνετε από τον έρωτα γνωρίζει και κατανοεί την παραφροσύνη του και μάλιστα συνήθως την διηγείται με απόλυτα λογικό τρόπο σε κάποιο τρίτο πρόσωπο, άσχετα αν σε εκείνο είναι καταφανέστατος ο παραλογισμός της αφήγησης. Το κακό σε αυτού του είδους την τρέλα είναι ότι δεν έχει τίποτα το μεταφυσικό, το ιερό. Ο ίδιος ο πυρήνας της ιερότητας της τροφοδοτείται από πολύ μηδαμινά ενίοτε τελείως άχρωμα πράγματα. Κάποιο νεύμα, κάποιο βλέμμα ίσως που πολλές φορές δεν σημαίνουν τίποτα και ως εκ τούτου αυτού του είδους η τρέλα δεν μπορεί να έχει διαλείμματα γαλήνης. Ο ερωτευμένος μέσα στην τρέλα του γνωρίζει τον εαυτό του. Δεν μπορεί να βρει ευτυχία μέσα σε κάποια ασυνειδησία. Δεν του δίνει γαληνή να πάει να μαζέψει λουλούδια στο βουνό μέσα στο καταχείμωνο. Τρέφεται όλη αυτή η τρέλα, όλο αυτό το βάσανο από μικρές ανήσυχες στιγμές που ψάχνει να βρει σε κινήσεις και λόγια από το αγαπημένο του πρόσωπο.

Ο Κωστής θα σηκωθεί από το τραπέζι που καθόταν, θα αφήσει κάποια λεφτά πάνω στο τραπέζι, δεν θα ασχοληθεί καθόλου με κάποια εφηβάκια που βρήκαν έξυπνο να τον φωνάξουν τρελό και θα πάει με αργό βήμα πίσω στο σπίτι του. Αύριο, θα κάνει ακριβώς το ίδιο. Πλέον δεν τον ενδιαφέρει να διηγηθεί την τρέλα του ούτε να την θρέψει ούτε να κυνηγήσει μια ματαιόδοξη ασυνειδησία. Πλέον, τον ενδιαφέρει απλά να περάσει κάπως ο χρόνος του. Ό,τι τον ενδιέφερε στη ζωή του και ακόμα μπορεί να τον ενδιαφέρει είναι εκείνη, δεν υπάρχει κάτι άλλο για εκείνον μετα από τόσο καιρό.

Παρασκευή 25 Μαρτίου 2016

Ενοποίηση, συνείδηση και παράλογo




Cogito ergo sum
Καρτέσιος


Το «Σκέφτομαι, άρα υπάρχω» του Καρτέσιου οριοθετεί κάπως τη φιλοσοφία που με αργά αλλά σταθερά βήματα ξεπερνά, τον πλατωνικό ιδεαλισμό και τους απογόνους του μέχρι και τον σχολαστικισμό του Θωμά Ακενάτη. Αυτή η φιλοσοφία ξεκινά, να βάζει τις βάσεις για την σύγχρονη μας και τα εργαλεία της. Αν δεν υπήρχε αυτή η φράση πιθανόν θα υπήρχε και ο διαλεκτικός υλισμός και ο υπαρξισμός παρόλα αυτά, πρέπει να του αναγνωριστεί μια μερική πατρότητα της σύγχρονης φιλοσοφίας αλλά και επιστήμης όπως θα προσπαθήσουμε να αποδείξουμε παρακάτω (μπορεί και να μην τα καταφέρουμε). Στην ουσία όπως υποδεικνύει και ο τίτλος θέλουμε να θέσουμε τρία ερωτήματα. Για ποιο λόγο δεν έχουμε μια ενοποιημένη θεωρία των πάντων (στη φυσική, στα μαθηματικά η και στην κοινωνιολογία ή ακόμα ακόμα και στην πολιτική). Πως ορίζεται η συνείδηση, πάλι σε όλες τις μορφές της αλλά και τέλος να απαντήσουμε στη διαρκή εμφάνιση του παράλογου. Αυτού, ακριβώς που εμποδίζει την απάντηση στα δυο προαναφερθέντα ερωτήματα.

Ήδη από τις αρχές του προηγούμενου αιώνα η σύγχρονη φυσική προσπαθεί να δώσει μια ενοποιημένη θεωρία για τα πάντα. Πιο συγκεκριμένα πλέον το πρόβλημα είναι η ενοποίηση του καθιερωμένου προτύπου με τη κβαντομηχανική, αυτό αποτυγχάνει κυρίως λόγω της μη κατανόησής ορισμένων «σπασιμάτων» συμμετριών. Στο συγκεκριμένο σημείο να παρατηρήσω πρώτα ότι θα προσπαθήσω όσο καταλαβαίνω τη φυσική να αποδώσω όσο καλυτέρα μπορώ αυτά ακριβώς τα μοναδικά γεγονότα που ξεφεύγουν από μια λογική εξήγηση ή αλλιώς αυτές τις «καταστάσεις εξαίρεσης».

 Για παράδειγμα πριν 13,7 δισεκατομμύρια χρόνια (και όχι περίπου το 6000 π.χ. που υποδηλώνει η παλαιά διαθήκη) συνέβη, σχεδόν αμέσως με την αρχή μέτρησης του χρόνου, δηλαδή το Big Bang μια συμμετρία, αυτή που η ύλη και η αντιύλη ήταν ίσες. Αυτή η συμμετρία έσπασε, πάλι άμεσα (ευτυχώς, γιατί μάλλον ούτε εγώ θα έγραφα τώρα αυτό το κείμενο ούτε εσείς θα το διαβάζατε) χάρης στο μποζόνιο Higgs το οποίο το CERN εντόπισε πρόσφατα. Το πρόβλημα είναι πως αυτό το «σπάσιμο» της συμμετρίας πιθανότατα δεν ήταν αναγκαίο. Το σύμπαν λόγο αυτού διαστέλλεται από τότε και το κάνει ακόμα ενώ, δεν θα έπρεπε κανονικά να το κάνει (άλλη κατάσταση εξαίρεσης αυτή1). Δεν είπε κανείς στο συμπάν να διαστέλλεται, κάλλιστα την ιδία εκείνη στιγμή θα μπορούσε να μείνει σε αυτή τη συμμετρία και μιας και η ύλη και η αντιύλη δεν μπορούν να συνυπάρχουν μιας και με το που έρχονται σε επαφή αλληλοεξουδετερώνονται και αφήνουν μόνο ακτινοβολία πίσω τους να χαμέ επι 13,7 δισεκατομμύρια χρόνια ένα διαρκές Big Bang. Οπότε, ζούμε βάσει ενός παραλόγου. Ο κόσμος υπάρχει εξαιτίας αυτού. Η φύση υπάρχει από μια κατάσταση εξαίρεσης.

Για τον υλισμό που ασπαζόμαστε κιόλας, ο κόσμος είναι αυθύπαρκτος και η βάση της ενότητας της φύσης είναι η υλικότητα της. Για τον ιδεαλισμό για κάθε δέντρο θα έπρεπε να προϋπήρχε μια ιδέα αυτού του δέντρου που θα την είχε φτιάξει κάποιος και θα διέμενε σε έναν άλλο κόσμο έξω από αυτόν τον υλικό. Δηλαδή, για τον υλισμό η ενότητα της φύσης υπάρχει επειδή ταυτόχρονα υπάρχει μια «κατάσταση εξαίρεσης» για την ενότητα της φυσικής. Αυτή η κατάσταση εξαίρεσης ερμηνεύεται όμως, με βάση ένα εργαλείο. Ένα εργαλείο που θα θέλε και αυτό κάποια στιγμή να γίνει επιστήμη. Να πάψει να είναι τα μαθηματικά και να ναι η μαθηματική επιστήμη( κοντά είναι2). Τα μαθηματικά έχουν μια ιδιότητα, πως οι αλήθειες τους πρέπει, να χαρακτηρίζονται από τρία πράγματα οικουμενικότητα-αντικειμενικότητα-διάρκεια. Με άλλα λόγια οι μαθηματικές αλήθειες είναι αναγκαίες αλήθειες. Όχι για την φύση, αλλά για την ανθρώπινη αντίληψη. Για την συνείδηση και για να γυρίσουμε στο πως αρχίσαμε για το «je suis», το «είμαι» του «je pense, donc je suis» του Καρτέσιου.

Για τον διαλεκτικό υλισμό, κάθε επιστήμη μέσω της ανθρώπινης εξέλιξης, άρα και η φυσική θα φτάσει στο σημείο να εξαλείψει αυτές τις καταστάσεις εξαίρεσης και να ενοποιήσει το σύνολο της σε μια θεωρία των πάντων. Η φυσική θα το κάνει, έχει τα μαθηματικά στο πλάι της για να τα καταφέρει. Η ερώτηση που πρέπει τώρα να τεθεί και που σκοπός της παρούσας εργασίας είναι να απαντηθεί είναι η κοινωνία πως θα εξαλείψει τα δικά της παράλογα, τις δικές τις «καταστάσεις εξαιρέσης» ; Στην ουσία του, το παρόν κείμενο θέλει να βρει εκείνη τη «γλώσσα» η καλύτερα τη στήλη της ροζέτας για την κατανόηση και την εξάλειψη κυρίως των παραλόγων της κοινωνίας. Μπορούμε, να δηλώσουμε από τώρα πως αυτή η «γλώσσα», που μάλιστα είναι αναγκαία είναι η ελευθερία. Για να το αποδείξουμε θα συνεχίσουμε όλη αυτή τη σύγκλιση με τη σύγχρονη φυσική και τον χορό γύρω από τα μαθηματικά. Άλλωστε, «όπου δεν υπάρχουν μαθηματικά δεν υπάρχει ελευθερία.3»

Καιρός, λοιπόν να μιλήσουμε για το δεύτερο ερώτημα το οποίο είναι πως και γιατί ενώ περιγράφεται όλη την ώρα η συνείδηση είναι τόσο δύσκολο να οριστεί. Ο Wells στο βιβλίο του «Η μηχανή του χρόνου» δηλώνει : « Δεν υπάρχει καμία διαφορά μεταξύ του χρόνου και οποιασδήποτε από τις τρείς διαστάσεις του χώρου εκτός του ότι η συνείδηση μας, κινείται κατά μήκος του». Αυτό νομίζω, είναι και ο καλύτερος ορισμός της συνείδησης, δηλαδή ότι αντιλαμβανόμαστε την γραμμική της κίνηση στο χρόνο καθώς αντιλαμβανόμαστε την ύπαρξη μας στο χώρο. Η αλήθεια είναι πως η επιστήμη δεν έχει σαφή ορισμό για το τι είναι η συνείδηση και μάλιστα, δείχνει τουλάχιστον προς το παρόν, να μην θέλει να ασχοληθεί με αυτό. Η συνείδηση από την άλλη παίζει τεράστιο ρόλο στις θρησκείες και γενικότερα στο σύνολο των ιδεαλιστικών φιλοσοφιών που τείνουν να δομούν τα εσωτερικά τους συστήματα ιεράρχησης πάνω σε αυτό το πεδίο, είτε ονομάζονται τάγματα αγγέλων, είτε σεφιροθ στη Καμπάλα, είτε μορφές του Βισνου στις βεδες και βασίλειο των ιδεών στο Πλάτωνα. Φαίνεται πως όταν θέλουμε να περιγράψουμε τη συνείδηση, τα όρια του εγώ εξαφανίζονται για να αποκαλύψουν πως το εγώ είναι το παν, είναι παντού και πάντοτε. Κατά μια έννοια, όταν μιλάμε για συνείδηση μιλάμε για το πεδίο εκείνο που οριοθετεί και όχι οριοθετείτε από το γνωστό μας καρτεσιανό αξίωμα. Αυτό υποδηλώνει πως η ύπαρξη υφίσταται στις 4 διαστάσεις του χωροχρόνου αλλά την αντιλαμβανόμαστε ίσως σε ένα πεδίο που περικλείει αυτές τις 4 και ίσως και άλλες περισσότερες. Σε ένα πραγματικά ενοποιημένο πεδίο όπου ενυπάρχουν όλοι οι κανόνες της φύσης.

Ο χρόνος δεν είναι γραμμικός όπως η αντίληψη μας για αυτόν. Ως εκ τούτου, σημεία πάνω στην ιστορία η καλυτέρα κομβόι πάνω σε αυτή ήταν όντως εικόνες από το παρελθόν η το μέλλον. Ο Τσόμσκι έχει περιγράψει πολύ όμορφα, πως το πείραμα της κοινωνικής επανάστασης στην Ισπανία του 36 ήταν μια εικόνα από το πως θα ναι η κοινωνία σε 200 χρόνια. Αυτό λοιπόν, το ίχνος αυτής της επανάστασης είναι η συνείδηση που κινείται μπροστά από την εποχή της. Κάθε επανάσταση συμβαίνει ενώ ταυτόχρονα είναι μια προ οικονομία (ίσως και μια επιστροφή από το παρελθον4). Χρέος μας λοιπόν, είναι να πάρουμε αυτό το ίχνος στο σήμερα.

Πως όμως συμβαίνουν οι επαναστάσεις και γιατί δεν συμβαίνουν στο σήμερα, στο βαθμό που συνεβαιναν, αν είναι εικόνες από το μέλλον ; Ποια είναι η κοινωνική «σκουληκοτρυπα» που τις φέρνει στο σήμερα  ; Ο Μπενγιαμιν λέει στις «θέσεις για την έννοια της ιστορίας» : «Η παράδοση των καταπιεσμένων μας διδάσκει ότι η κατάσταση εξαίρεσης στην οποία ζούμε δεν αποτελεί εξαίρεση, αλλά κανόνα.» Η ιδιοκτησία, καταπατά τους μοναδικούς ανθρωπίνους νομούς εκείνους της αλληλεγγύης και της ελευθερίας. Στην Αντιγόνη, ο Σοφοκλής πέρα από την περιγραφή της μετάβασης από την ζωή στην ύπαιθρο στη δημιουργία της πόλης-κράτους περιγράφει την δημιουργία αυτής της κατάστασης εξαίρεσης. Η ίδια η ύπαρξη του κράτους εγκαθιδρύει και την πλήρη υποταγή του βίου στην κατάσταση εξαίρεσης και τα δικαιώματα πάνω σε αυτόν μεταφέρονται από το άτομο και την κοινωνία όχι απευθείας στο κράτος αλλά στο συμφέρον της άρχουσας τάξης. Δηλαδή, ο βίος ορίζεται από την κατάσταση εξαίρεσης αυτό είναι το παράλογο στο οποίο υπάρχουμε. Η Αντιγόνη δεν εξεγείρεται απέναντι σε αυτή τη μεταφορά από την αγροτική ζωή σε εκείνη στην οικονομία της πόλης, αλλά στο ίδιο το κράτος. Προταγμα της είναι να είναι ελεύθερη να θάψει τον Πολυνείκη. Ζητά το δικαίωμα στο βίο του αδερφού της και το ζητά με τέτοια αποφασιστικότητα που καταντά να παραδίδει το δικό της (spoiler alert) και να χάνει στο τέλος της ζωή της. 

Η εξέγερση είναι ο μόνος τρόπος για να ξεπεράσουμε το παράλογο επιβεβαιώνει ο Καμύ στον επαναστατημένο άνθρωπο. «Η εξέγερση, ο αιώνιος πόθος να μην υποφέρουμε, αποτελεί ακόμα και σήμερα την αρχή αυτής της μάχης. Μάνα μορφών, πηγή αληθινής ζωής, μας κρατά πάντα όρθιους μέσα στο άμορφο και μανιασμένο ρεύμα της ιστοριας5». Η εξέγερση λοιπόν και η επανάσταση δεν είναι, αναγκαία απόρροια της συνείδησης (ναι ντε, της εργατικής. Είτε εξωτερικής είτε εσωτερικής, άλλη κουβέντα αυτή) ούτε η συνείδηση, η ιδιά αναγκαία, παράγεται μέσω αυτής. Η συνείδηση είναι το πεδίο εκείνο που υπάρχει το καθεστώς εκείνο που είναι αυτό που θα ονομάζαμε «κοινωνική ενοποίηση». Ένα καθεστώς όπου αυτός ο αιώνιος πόθος του να μην υποφέρουμε θα ικανοποιείται, ο κομμουνισμός. Το παράλογο, στο οποίο ζούμε δηλαδή, εκείνο που δεν ικανοποιούνται οι ανθρώπινοι νομοί που προείπαμε και υπάρχει μια μόνιμη κατάσταση εξαίρεσης πάνω στον ίδιο τον υλικό βίο γίνετε μια μονιμότητα από τη στιγμή που το εγώ παραμένει έξω από αυτό το πεδίο που ονομάζουμε συνείδηση. «Επαναστατώ, άρα υπάρχουμε» λέει πάλι ο Γάλλος ελευθεριακος. Η επανάσταση υφίσταται σε αυτό το πεδίο που περιγράφαμε πιο πάνω εκεί που το εγώ είναι το παν, είναι παντού και πάντοτε, εκεί που το εγώ είναι εμείς, εκεί που το εγώ γίνεται κοινωνία.


1)Στην φυσική υπάρχουν πάρα πολλά «σπασίματα» συμμετριών. Όπως για παράδειγμα πως κάποιες φορές η βαρύτητα δείχνει να μην λειτουργεί ή πως τα ηλεκτρόνια έχουν την τάση να εξαφανίζονται…όλη την ώρα. Η παρούσα «κατάσταση εξαίρεσης» λειτουργεί τυχαία και γιατί εξυπηρετεί και το κείμενο, θα μπορούσαμε να βάλουμε οποιαδήποτε άλλη στη θέση της. ( βέβαια, μετά θα την ξαναβάζαμε, γιατί δένει ωραία με ένα από κάτω σημείο του κειμένου)

2) γενικά αυτός ήταν ο στόχος «του» Νικολά Μπουρμπακί και της «αδερφής» του φιλοσόφου, συνδικαλίστριας και δασκάλας στην Ισπανία κατά την ισπανική επανάσταση Σιμόν Βέιλ που μεσουράνησαν στο μαθηματικό στερέωμα του 20ου αιώνα και σήμερα τείνει να τα καταφέρει ένα από τα πιο φιλόδοξα επιστημονικά προγράμματα όλων των εποχών το πρόγραμμα Λανγκλαντς.

3)Edward Frenkel, στο εξαιρετικό βιβλίο «Έρωτας και μαθηματικά»

4) Αν αποδεχτούμε την θεωρία του πρωταρχικού κομμουνισμού. Δηλαδή, την ανθρωπολογική θεωρία πως ο άνθρωπος μέχρι την εμφάνιση της ιδιοκτησίας, ζούσε σε μια κομμουνιστική κοινωνία.

5) Albert Camus, «Ο επαναστατημένος άνθρωπος»

Σάββατο 26 Δεκεμβρίου 2015

Αναμνήσεις σε μια πολυθρόνα, βράδυ Χριστουγέννων


Ανοίγω με τα κλειδιά και πέφτω όπως είμαι πάνω στην πολυθρόνα. Σκέψου ότι μέχρι και το φως δεν έκανα την κίνηση να ανάψω. Ουφ, ας κάνω λίγο πιο κει να ανάψω το λαμπατέρ. Αυτός ο πόνος στη μέση όλο και χειροτερεύει, αλλά να πω την αλήθεια μου γιατί να πάω στο γιατρό, όσο μπορώ με πρόφαση αυτόν τον πόνο να κάνω λιγότερες δουλειές στην υπηρεσία. Άλλωστε έδωσα πάνω από 40 χρόνια στο σώμα και πάντα ήμουν αρκετά καλός για να αξίζω την περίοδο πριν τη συνταξιοδότηση  μου να φεύγω νωρίτερα από τη δουλεία και να μην κάνω τις συνηθισμένες δουλειές εκεί που απαιτούν χρόνο από τη ζωή μου.


Είναι αργά το βράδυ στο Ρέικιαβικ, και η βιβλιοθήκη απέναντι με κοιτάζει να μου πει σήκω να περάσεις την ώρα σου όσο δεν θα τηλεφωνεί ακόμα ένα βράδυ η κόρη σου. Εντάξει δεν είμαστε όπως ήμασταν παλιά, αλλά θα έπρεπε να τηλεφωνεί. Αφού ξέρει ότι μεγάλωσα αρκετά πια για να με παίρνει στα σοβαρά στις παραινέσεις μου. Θα έπρεπε απλά να μου τηλεφωνεί για να μου πει ότι δεν έχει κάποια νέα να μοιραστεί μαζί μου. Την γέμιζα με εμπειρίες και βιβλία όταν ήταν μικρή, είχαμε πάει παρέα και ένα ταξίδι στην Αγγλία για να δει πως είναι από την εφηβική της ηλικία ακόμα κάτι ξέχωρα από το κρύο της Ισλανδίας. Και μάλιστα είχαμε πάει εκείνη την περίοδο που λόγω εκείνης της μεγάλης οικονομικής κρίσης είχαμε σνομπάρει τόσο πολύ την αποπληρωμή των αγγλικών τραπεζών που μετά την επιθετική πολιτική της Αγγλίας απέναντι μας, όλη η Ισλανδία την ειχε αναγάγει στον νούμερο ένα εχθρό. Εμείς πάντως θυμάμαι να χαμε περάσει καλά.

Σηκώνομαι μια στιγμή να αρπάξω τον κλόουν του Χάινριχ Μπελ να διαβάσω να περάσει η ώρα. Μ αρέσει ιδιαίτερα αυτό το βιβλίο. Νομίζω ότι το Ρέυκιαβικ κατά κάποιο τρόπο έχει την ίδια όψη με την γερμανική Μπον και κουβαλά ακριβώς την ίδια υποκρισία με αυτήν. Εμείς βέβαια, δεν νομίζω ότι το κάνουμε για να επιβιώσουμε οντάς καθολικοί σε ένα περιβάλλον που είναι όλοι σχεδόν προτεστάντες. Εμείς μάλλον το κάνουμε για να σώζουμε τους εαυτούς μας από μας τους ίδιους. Βλέπεις η απομόνωση λόγω γεωγραφικής θέσης δεν έχει και πολλά καλά. Το βραδινό Ρέικιαβικ ακόμα και τα Χριστούγεννα δεν έχει και πολλούς ανθρώπους, ακόμα και αυτοί που περπατάνε στους δρόμους σπάνια έχουν όλες τις αρετές των ανθρώπων της ηπειρωτικής Ευρώπης ή πόσο μάλλον των ομοπάτριων δανών. 

Η κόρη μου πάλι δεν παίρνει τηλέφωνο. Μάλλον εκείνη δεν αισθάνεται την ανάγκη να υποκριθεί πως νοιάζεται. Τουλάχιστον ελπίζω να νοιάζεται για τα παιδιά της. Έχει τελειώσει με τα άλλα καιρό τώρα αλλά ήταν μια περίοδος εκείνη με το σκελετό εκείνης της γυναίκας, τα ναρκωτικά και τον φίλο μου τον Σίγκουρντσον και το τσίρκο του που δεν θα με αφήσει ποτέ να σταματήσω να ανησυχώ για εκείνη και για το πώς ζει τη ζωή της. Την πήγαινα από μικρή σε εκείνο το τσίρκο. Ο Σίγκουρντσον ήταν συμμαθητής μου από το δημοτικό ακόμα. Ας βάλω ένα ποτήρι ουίσκι στον εαυτό μου. Έχω κόψει και τις καταχρήσεις εδώ και χρόνια αλλά δεν είναι τίποτα ένα μόνο ποτήρι έτσι. Της άρεσαν ιδιαίτερα τα ακροβατικά της μικρής, μα πάνω από όλα της άρεσε εκείνο το σόου του μάγου. Ίσως πρέπει να περάσω για λίγο από το μέρος που ταν το τσίρκο να θυμηθώ σε κάποια φάση εκείνες τις εποχές. Θα πήγαινα μέχρι σήμερα αν δεν είχε κλείσει καμιά 40αρια χρόνια τώρα. Εκείνη η αυτοκτονία του κλόουν τον είχε καταρρακώσει τον παλιό μου συμμαθητή και φίλο. Έκλεισε το σόου και πήγε να ζήσει στη Δανία με τον αδερφό του. Τηλεφωνιόμασταν για 2-3 χρόνια αλλά ξέρεις πως είναι αυτά, χάνεται η επαφή μετά από λίγο. Εδώ που τα λέμε και πολύ είχε κρατήσει. Μοιάζει σαν να προσποιούμασταν ότι νοιαζόμαστε και οι δύο αρκετά καλά.

Ήμουν από τους πρώτους που είχαν φτάσει στο τσίρκο μετά την ανακάλυψη του πτώματος. Η αλήθεια είναι ότι όλα όσα ακούτε για τους Ντετέκτιβ δεν είναι τόσο ρόδινα ή ακόμα και ρομαντικά όσο φαίνονται. Σπάνια η αστυνομία χρειάζεται κάποιου είδους ειδικές γνώσεις για να εξιχνιάσει ένα έγκλημα. Συνηθεστέρα, μας παίρνει σχεδόν ο ύπνος από τη ρουτίνα της δουλειάς. Ενώ όταν μας χρειάζονται σε κάποιου είδους σκηνή εγκλήματος, δεν είναι και ότι πιο όμορφο. Ακόμα και αν δεν υπάρχουν κάποιου είδους αποτρόπαια εκθέματα, το να βλέπεις κάποιο πτώμα δεν είναι καθόλου ευχάριστο, όταν μάλιστα το θέαμα είναι ακόμα πιο άσχημο μισώ τον εαυτό μου για την δουλεία [που κάνω. Όπως και εκείνη τη Δευτέρα στο τσίρκο. Ο κλόουν του τσίρκου είχε πέσει από το πιο ψηλό σημείο του και κείτονταν με σπασμένο κεφάλι και σχεδόν κάθε κόκκαλο του σώματος του σε μια λίμνη από αίμα στην μέση ακριβώς του πάλκου απέναντι ακριβώς από το ευμέγεθες κανόνι που πέταγε τον συμπαθέστατο νάνο σε ένα προστατευτικό δίχτυ στην άλλη μεριά του πάλκου μια ανάσα κυριολεκτικά από το εκστασιασμένο κοινό. 

Ο Μπορις, ο κλόουν δούλευε αρκετά χρόνια στο τσίρκο ίσως και καθ όλη την 12ετη του ιστορία. Παρόλα αυτά ήταν και εκείνος το αρχέτυπο του θλιμμένου κλόουν. Ενώ θυμάμαι πως είχαμε μάθει πως και εκείνη την περίοδο τον είχε παρατήσει η κοπέλα του. Όλο το πράγμα έδειχνε ξεκάθαρη αυτοκτονία, άλλωστε ποιος κλόουν μπορεί να έχει εχθρούς που να θέλουν το κακό του. Παρόλα αυτά εμείς έπρεπε να κάνουμε την δουλειά μας. Και το περίεργο ήταν πως κατά τη διάρκεια της έρευνας όλο και εξασθενούσε η θεωρία της αυτοκτονίας θυμάμαι. Υπήρχαν ίχνη από παπούτσια πάνω στο πάλκο που δεν θα έπρεπε να ήταν εκεί, εκείνη την μέρα, ενώ είχαμε συλλέξει και πάρα πολλά αν και μερικά αποτυπώματα από το σημείο της πτώσης. Είχαμε αποκλείσει φυσικά τους ακροβάτες αλλά παρόλα αυτά έμεναν ακόμα αρκετά που δεν μπορούσαμε να ταυτοποιήσουμε. Ενώ μάλιστα από τις καταθέσεις είχαν προκύψει αρκετά αντιφατικά πράγματα. Έπρεπε τουλάχιστον να το θεωρήσουμε ως πιθανή ανθρωποκτονία. Είχαμε ήδη συλλέξει αρκετά.

Ήταν περίεργος καιρός όμως. Η μικρή ήταν σε χάλια μαύρα και είχαμε επιτέλους αποφασίσει από κοινού να πάει σε μια κλινική για αποτοξίνωση. Και γω προσπαθούσα να ξεκόψω παράλληλα από την μικρή ασκούμενη γραμματέα που χε ο Γιοκαμπσον στο απέναντι γραφείο. Στην κλινική δεν μπορούσα να πλησιάσω και το μόνο που μου κρατούσε πλέον το ενδιαφέρον στην δουλειά ήταν αυτή ακριβώς η αίσθηση ότι μόνο στη δουλεία μπορούσα να το ρίξω. Ήταν σαν κάποιου είδους παρωπίδες για να περάσει ο καιρός. Υποκρινόμουν εγώ πρώτα ο ίδιος στη συνείδηση μου ότι μέσω της δουλειάς έτρεφα ελπίδες για καλύτερο μισθό, ανέλιξη, ένα μπεζ Βόλβο και όταν θα έβγαινε η μικρή θα ήταν όλα καλά στο νέο μας διαμέρισμα που δεν θα έσταζε νερό στην πλαϊνή κολόνα λόγω της αναθεματισμένης της υδρορροής.

Ο Σίγκουρντσον είχε κάνει μια πολύ περίεργη κατάθεση που όλοι στο τμήμα τελικώς υποτιμήσαμε. Ίσως και με προτροπή μου καθώς διαρκώς έλεγα πως ο άνθρωπος ήταν προφανώς επηρεασμένος από την όλη κατάσταση και για αυτό μπέρδευε την κατάθεση του, ίδρωνε και έπεφτε σε αντιφάσεις. Μας είχε πει πως ήταν θέμα χρόνου να τον απολύσει. Ο Κλόουν δεν απέδιδε, οι κριτικοί και το κοινό τον απεχθάνονταν. Έλεγε πως είχε χάσει την αλεγρία του. Είχε σταματήσει να ναι κλόουν. Θυμάμαι που μου είχε εκμυστηρευτεί και κάποιες εβδομάδες πριν πως ο κλόουν τον είχε δει να φιλιέται με την Κατερίνα, μια  ευχάριστη ουκρανή που είχε ο μάγος στο σόου του και πως από τότε τον εκβίαζε ο κλόουν. Πράγμα που δεν έκρινα σκόπιμο να συμπεριλάβω στην έρευνά μας καθώς θυμάμαι πως το είχα κρίνει ανάξιο λόγου. Δεν ήταν δυνατό να είχε δολοφονήσει άνθρωπο ο Σίγκουρντσον. Ξαναλέω ο μόνος εχθρός ενός κλόουν είναι ο εαυτός του, άντε και οι κριτικοί τέχνης. Όλοι αγαπούν τους κλόουν.

Να ήταν υποκινητής της αυτοκτονίας του, ο Σίγκουρντσον. Δεν μπορώ να το θεωρήσω πιθανό. Ο ίδιος το θεωρούσε αρκετά και είχε τύψεις για μεγάλο διάστημα αλλά αυτό είναι κάτι που θα μπορούσε να συμβεί σε οποιονδήποτε με ευαίσθητο χαρακτήρα σαν εκείνου. Άλλωστε δεν υπάρχει συναυτουργία ούτε άμεση ούτε ηθική σε μια αυτοκτονία. Η αυτοκτονία έχει έναν λυτρωτικό χαρακτήρα εξ ορισμού. Αν υπήρχε κάποιου είδους συμβουλευτική διαδικασία πάνω της πως θα μπορούσε να ναι λυτρωτική ; η αυτοκτονία είναι μια πράξη μοναχική αλλιώς μιλάμε για φόνο ή ακόμα χειρότερα για μια αυτοκτονία άνευ νοήματος μιας και δεν υπάρχει εξιλέωση από τον εαυτό του αυτόχειρα.

Υπήρχε βέβαια και το παπούτσι. Το αποτύπωμα που είχαμε βρει και δεν θα έπρεπε να ναι εκεί. Το αποτύπωμα το χα εγώ στο γραφείο μου μέχρι να εξαφανιστεί από εκεί. Νομίζω ότι είχε χαθεί ένα βράδυ που χαμε μείνει μόνη μας με την βοηθό του Γιοκαμπσον για να μελετήσουμε την υπόθεση. Προφανώς και δεν την είχαμε μελετήσει. Θυμάμαι πάντως ότι ήταν κάποιου είδους μπότα νούμερο 44, ακριβώς όπως και τα δικά μου παπούτσια εκείνη την περίοδο. Ύποπτο και αυτό μιας και θα έκανα τα πάντα για να βοηθήσω τον Σίγκουρντσον σε μια δύσκολη του υπόθεση αλλά πράγματι νομίζετε ότι είμαι δολοφόνος ; Ήταν αυτοκτονία. Τίποτα περισσότερο τίποτα λιγότερο. Αλλά και να μην ήταν ποιος νοιάζεται; Ας αφήσουμε τον κλόουν, επιτέλους στην ησυχία του.


Σάββατο 28 Νοεμβρίου 2015

Κάθε φορά που σε βλέπω να έρχεσαι από μακριά


Συνήθως τα κείμενα ξεκινάμε δηλώνοντας τον τόπο, το χρόνο και περιγράφουν τους χαρακτήρες, τα μέρη και τις κινήσεις των ατόμων. Το πρόβλημα τώρα, είναι πως αυτό το κείμενο έχει να κάνει με μια γυναίκα και καταντά άχρονο και χωρίς τόπο. Ξεκινά σε μια γωνία που περιμένεις τρέμοντας, να διασχίσει τα λίγα μέτρα που σας χωρίζουν. Που στο κίτρινο φώς του πεζόδρομου διακρίνεις, το περπάτημα της, τα μαλλιά της, το πρόσωπο της να λάμπει. Υπάρχουν στιγμές που η τέλεια μορφή επιμερίζεται σε άλλα επιμέρους τμήματα ενός ανθρώπου. Η ομορφιά υπάρχει στο όλο και στην πιο μικρή λεπτομέρεια. Κρύβεται σε μια σιλουέτα και σε έναν κρεμασμένο κρίκο στο αυτί της. Στο ίδιο ποσό στην ίδια αναλογία στην ίδια τελειότητα.


Το περπάτημα της που δεν με νοιάζει που λαμβάνει μέρος ή σε ποιο χρόνο γίνεται. Είναι ξεχωριστό σε όλα τα μέρη και πέρα από το χρόνο. Θα το διέκρινα σε ένα κυκλικό χορό, σε ένα πανηγύρι σε κάποιο χωριό το μεσαίωνα, σε 100 χρόνια από τώρα ίσως σε κάποιο άλλο πλανήτη και στο σήμερα, την ώρα που στα χείλη της υψώνεται η διαμαρτυρία σε μια πορεία στο κέντρο της Αθήνας.

Τα μαλλιά της που φαντάζομαι πως τα χαϊδεύω σε μια άλλη ζωή. Σε μια ζωή ιδανική, ουτοπική και πάνω από όλα βαθιά ανθρώπινη. Σε μια ζωή που εκείνη ακουμπά το κεφάλι της στα γόνατα μου και κοιταζόμαστε στα μάτια για ώρα, μέχρι να μας διακόψει ένας όμορφος ήχος από παιδική φωνή. Μια ζωή που ο σκοπός της είναι ο ίδιος ο έρωτας. Τα μαλλιά της που όσο μεγαλώνει σκουραίνουν αλλά πάντα θα έχουν κάτι από τον παιχνιδιάρικο χαρακτήρα της, ένα περίεργο χρώμα, ένα ασυνήθιστο χτένισμα, ένα κοτσιδάκι. Κάτι που να λειτουργεί σαν παιχνίδι για τα χέρια μου την ώρα που της χαϊδεύω τα μαλλιά και την καρδιά μου που της ανήκει.

Το πρόσωπο της που χαμογελά αλλά και οργίζεται όλο μαζί, από τα χείλη της μέχρι το μέτωπο της, εκεί στην αρχή από τα καστανόξανθα μαλλιά της. Αυτό που όταν μιλά για πράγματα του σήμερα του αύριο αλλά και για άλλα που έχουν γίνει, για τέχνη, για ποίηση για οτιδήποτε κάθομαι σχεδόν μυσταγωγικά να πιάσω τις εκφράσεις του. Όταν σοβαρεύει και πιάνει τον «καθηγητικό» της ρυθμό με μια ελαφρά ειρωνεία στο τέλος αν θέλει να διαφωνήσει μαζί σου ή όταν διηγείται ένα παιδικό της παράπονο και κουνά μανιακά τα χέρια της, εκεί που τεντώνεται ο λαιμός της και αφήνει έναν ήχο κούρασης «πφφφ» κάθε φορά που αγανακτεί και αμέσως λάμπει πάλι από την αρχή για να σου μιλήσει για ότι μπορείς να φανταστείς με τον ίδιο ζήλο από το σοβαρότερο στο πιο ασήμαντο που για εμένα κάθε φορά που θα ειπωθούν από τα χείλη της είναι  κάτι το απίθανα σημαντικό.

Το χειρότερο από όλα αυτά είναι πως δεν ξέρει πως νιώθω. Πως δεν έχω το κουράγιο να της πω για αυτή τη ζωή που υπάρχει στα όνειρα μου, αυτά της νύχτας αλλά εκείνα τα ομορφότερα της ημέρας που σε καταπίνουν σε μιαν άλλη πραγματικότητα. Ομορφότερη και δικαιότερη που ο ακρογωνιαίος της λίθος είναι εκείνη. Τρέμω τόσο πολύ να γκρεμίσω αυτόν τον κόσμο, δεν μπορώ να τον κατηγορήσω για τίποτα σε αντίθεση με τον πραγματικό. Τρέμω να αναγκαστώ να τον χάσω. Προτιμώ να πνίγω τον εαυτό μου, τον δημιουργό του σε αυτόν και να κρύβω τα συναισθήματα μου στην πραγματικότητα. Πόσες φορές έχω προσπαθήσει να της μιλήσω και την τελευταία στιγμή μιλώ για κάτι άσχετο και όταν αποφασίσω να το κάνω τότε είναι που τα λόγια δεν θα βγαίνουν από το στόμα μου, θα τα κρατά σφιχτά με όλη της τη δύναμη η καρδιά μου. Την ώρα που τη βλέπω και ένα ρεύμα με διαπερνά από την κορυφή ως τα νύχια. Ένας πόνος στο στήθος, ένας κόμπος στο λαιμό και το μυαλό ήδη να τρέχει στα αστέρια μαζί της. 

Θα μπορούσα να ζω την καλύτερη και ευτυχέστερη ζωή, αν δεν ήμουν τρελός. Για εκείνη. Αν η ζωή που φαντάζομαι πως θα μπορούσα να ζω δεν ήταν καλύτερη και από τις ευνοϊκότατες συνθήκες που αντικειμενικά ζω. Αλλά πόσο αλήθεια είναι πως την ευτυχία δεν την φτιάχνει κανείς παρά μόνο η καρδιά μας. Κάθε ερωτευμένος είναι τρελός και ο πιο γενναίος άντρας είναι εκείνος που στη θέα της αγαπημένης του, την ώρα που τα γόνατα του τρέμουν και η καρδιά του πάει να σπάσει λέει εκείνο το πολυθρύλητο « Σε θέλω». Το πρόβλημα σε αυτό είναι πως η απόνιψη ή η ιδέα της πιθανής απόρριψης μαραζώνει την καρδιά τόσο που κανείς γίνεται βαριά άρρωστος και μονή παρηγοριά είναι εκείνη. Μόνο και μόνο η όψη της είναι φάρμακο για την καρδιά μου και όταν δεν βρίσκεται κοντά μου γυρίζω σε αυτή την κατάσταση τρέλας. Λένε πως δεν μπορεί ο τρελός να αναγνωρίζει την τρέλα του παρά μόνο οι γύρω του. Υπάρχουν παρόλα αυτά άνθρωποι που οδηγούνται από την καρδιά τους σε μονοπάτια που η τρέλα, η ενεργητικότητα, η φαντασία και πολλές φορές ο θάνατος συμβαδίζουν πλάι πλάι με μόνη ουσία να τους περιβάλει την εικόνα του αγαπημένου προσώπου τους.

Σε αυτή τη ζωή που υπάρχει στο μυαλό μου, όπως και στον πραγματικό κόσμο ζεις μια ζωή που συνηθίζεις τις συνήθειες του άλλου. Τα περίεργα γούστα της γίνονται δικά σου. Κομμάτι από τη σάρκα σου είτε τα ακολουθείς είτε όχι. Δεν πίνει καφέ, εσύ θα ξεχνάς συνέχεια να παίρνεις στο σουπερ μάρκετ. Δεν καπνίζει αλλά θα σου φέρνει καπνό κάθε φορά που θα περνά από το περίπτερο της πλατείας. Είσαι εκεί τυχαία, πάντα όταν σε χρειάζομαι πιο πολύ, μια περίεργη συνήθεια σου αυτή. Όταν περνάω τις πιο δύσκολες στιγμές μου πάντα θα ακούσω τη φωνή σου. Θα ζήσω για λίγο εκεί. Να ξεχάσω όλο αυτό το κακό τούτου του κόσμου. Να ζήσω για λίγο στη φωνή σου εκεί που πλάθεται ο νέος κόσμος, ένας κόσμος που μπορούμε να περπατήσουμε πιασμένοι χέρι χέρι στα αστέρια ένας κόσμος που υπάρχει η ευτυχία που αναζητά η καρδιά μου.

Όλο αυτό το θαύμα το κάνεις μόνη σου, εδώ σε αυτό τον κόσμο. Με κάνεις να μπορώ να  κάτσω στην Ανδρομέδα και να σε βλέπω να κοιμάσαι δίπλα μου να ταξιδεύεις εσύ τότε σε άλλο γαλαξία, γαλήνια, το ίδιο όμορφη στη Γή, στην Ανδρομέδα και στο Σείριο. Ο σημαντικότερος άνθρωπος για την καρδιά μου σε όλο το σύμπαν. Όλα αυτά που θέλω να σου πω, όλη αυτή η ζωή που θέλω να μοιραστούμε και φαντάζει ιδανική βρίσκεται εδώ. Κάθε φορά που με κοιτάς. Κάθε φορά που μου χαμογελάς. Κάθε φορά που σε βλέπω να έρχεσαι από μακριά. Πόσες και πόσες φορές ήθελα να φωνάξω αυτό το «σε θέλω». Χάνομαι, μια πνοή αφανισμού φτάνει από την καρδιά μου και με πνίγει. Δεν μπορώ άλλο, τα βάσανα του έρωτα είναι αφόρητα και όσο πιο πολύ τον γεμίζεις ελπίδα τόσο πιο μεγάλος είναι ο αφανισμός. Η καρδιά μου βρίσκεται στα χέρια σου, το μυαλό μου τρελαμένο σε μια εκστατική φαντασία που ζούμε μαζί και εγώ ο δειλός χάνομαι σε έναν χείμαρρο φόβου και ντροπής γιατί δεν μπορώ να σου πω πόσο σε θέλω.