Δευτέρα, 14 Ιουλίου 2014

Περί πινάκων ζωγραφικής


Γενικά, βαριέμαι πάρα πολύ να πηγαίνω σε εκθέσεις ζωγραφικής και άλλα τέτοια. Γενικά, είμαι ένα άτομο που εκτιμά πάρα πολύ τους πίνακες ζωγραφικής, αλλά προτιμά να κάθεται σπίτι του από το να πηγαίνει σε διάφορα τέτοια ανούσια γκαλά οπού όλοι κάνουν πως εκτιμούν τον καλλιτέχνη αλλά στην ουσία δεν μπορούν να εκτιμήσουν τίποτα. Κάνεις, ποτέ δεν κρίνει άσχημα με αποτέλεσμα, η ματαιοδοξία της μετριότητας να ενθαρρύνεται και η μοναξιά της αληθινής μεγαλοφυΐας να μεγαλώνει. Παρόλα αυτά πήγα σε αυτή την έκθεση μόνο και μόνο γιατί θα ταν εκείνη εκεί. Μια κοπέλα που βλέπω και ξαναβλέπω στον ηλεκτρικό. Κάθε Δευτέρα στο τελευταίο δρομολόγιο λίγο πριν πάει 7 το απόγευμα δεν πειράζει αν θα ναι πάρα 10 πάρα 5 πάρα 7 ή 4 εκείνη θα ναι πάντα στο δεύτερο βαγόνι. Το πρόβλημα που λέτε είναι ότι δεν ξέρω καν το όνομα της. Το μόνο που ξέρω είναι ότι φοράει κάτι πράσινα all star, έχει μαύρα μακριά ίσια μαλλιά και δυο μάτια με ένα βλέμμα θλιμμένο σχεδόν που αγωνιώ κάθε φορά να βρω ένα τρόπο να απαλύνω.


Σήμερα αυτή η κοπέλα κανόνισε στο τηλέφωνο της, το οποίο μάλιστα θα έλεγα πως έσφιγγε πιο πολύ από το συνηθισμένο στο αυτί της, όχι πως ξέρω πως είναι το συνηθισμένο για εκείνη αλλά μου φάνηκε πως τα λεπτά της δάκτυλα έσφιγγαν πάρα πολύ το κινητό της, που ακουγόταν από μέσα μια γυναικεία φωνή όπου με το πείσμα της τελικά την έπεισε να πάνε σε αυτή τη συγκεκριμένη έκθεση που άνοιγε σήμερα και που κατά τύχη ήμουν και εγώ καλεσμένος. Δεν θα σας έλεγα αυτή την ιστορία, αν δεν μου φαινόταν ακόμα και εμένα παράξενη. Γενικά πάλι, είμαι ένας άνθρωπος που δεν ξαφνιάζεται εύκολα μάλιστα θα έλεγα πως της μισεί της εκπλήξεις και τα ξαφνικά γεγονότα. Έχω την τάση να πιστεύω στη λογική και τη συνήθεια μέχρι να αποδειχθεί το παράλογο και το ασυνήθιστο, πράγμα που τείνει να μην κάνει στο μεγαλύτερο μέρος της η ανθρωπότητα.

Πήγα λοιπόν στην έκθεση, μάλιστα έφυγα πολύ νωρίτερα με τα πόδια από το σπίτι καθώς ήθελα να προετοιμάσω τα λόγια που θα της έλεγα. Είναι μια συνήθεια που την έχω από παιδί, να περπατάω και να προετοιμάζω ολόκληρα λογύδρια, να σκαρφίζομαι ολόκληρα σκηνικά, κωμικές αλλά και τραγικές καταστάσεις, πού ώρες ώρες γίνονται τόσο αληθινές που της βλέπω μπροστά μου, σε τετοιο βαθμό αφηριμάδας που απορώ πως δεν με έχει πατησει κανένα αυτοκίνητο σε κάποιο πολύσύχναστο δρόμο ακόμα. Η αλήθεια είναι μάλιστα πως η ζωή πιστεύω ότι είναι αυτό, να σκαρφιζόμαστε καταστάσεις με μάτια ανοιχτά, όνειρα παραμένουν εκείνα που κάνουμε το βράδυ και πραγματικότητα η καθημερινότητα, αυτή η ζοφερή που μόνο κάτι μορφές σαν την δική της μπορουν να κάνουν ζωή.  Τα χρώματα υπαρχουν στις καταστάσεις που σκαρφιζόμαστε, στα όνειρα και σε κάτι γυναίκες σαν εκείνη. Όλα τα άλλα είναι ασπρόμαυρα. 

Όταν έφτασα πρόσεξα όλους αυτούς τους αργόσχολους που καταπίνουν τα ποτά που υπάρχουν σε αυτές τις περιστάσεις με σκοπό να φανουν πιο εκλεπτυσμένοι από ότι είναι ώστε να αποτιμήσουν σωστα την κολακία που θα εκστομίσουν προς τον ζωγράφο, εγώ κρύφτηκα προσεχτικά στο πλήθος να μην με δει κανένας γνωστός και περι΄μενα τη στιγμή που θα εμφανιζόταν. Όταν ήρθε εκείνη η ώρα, σαν ο κόσμος να εκμηδενίστηκε να κατέρρευσε σε ένα τίποτα, μόνο εκείνη έβλεπα στα μάτια μου και όλους τους άλλους σαν σκιές, εκείνη μέσα στο κόκκινο της φόρεμα, να χαϊδεύει απαλά το μαύρο τσαντάκι της και να έχει πιάσει σε ένα αριστοκρατικό κότσο τα μακριά μαλλιά της. Να φορά ένα κατακόκκινο κραγιόν σαν κρασί που παλαιώθηκε σωστά σε δρύινα βαρέλια και τα αυτιά της να κοσμούν δυο αρκετά μεγάλοι κρίκοι που τόνιζαν όλο αυτό το ανεξερεύνητο χώρο στο λαιμό της.  Μια τα αστέρια και μια την άβυσσο που κρυβόταν σε αυτόν τον λαιμό και σε εκείνα τα χείλη που με όλους αυτούς τους πράγματι θαυμάσιους πίνακες τριγύρω το μόνο που δεν μπορούσα να σταματήσω να κοιτάζω ήταν εκείνη και αυτό το φευγαλέο βλέμμα που μου έριξε και αμέσως γύρισε το κεφάλι σαν να ντράπηκε. Το πρόβλημα είναι πως πάντα ένα βλέμμα αφήνει ίχνη, δεν έχω καταλάβει ακόμα πως αλλά ήμουν σίγουρος πως εκείνο το βλέμμα, αυτό το ίδιο θλιμμένο κάπως είχε γλυκάνει που με είδε εκεί και τα πράσινα της μάτια είχαν χαράξει την δικιά μου καρδιά που χτύπαγε τώρα σε τρελούς ρυθμούς μόνο και μόνο από τη  προσδοκία πως η παρουσία μου και μόνο είχε βρει το αντίδοτο σε εκείνη τη θλίψη που εμένα έκανε να μαραζώνω πιο πολύ από το λουλούδι εκείνο που την έφερνε πάνω του. 

Δεν μπορούσα ακόμα να πάρω την απόφαση να της μιλήσω για αυτό σκέφτηκα να την ακολουθήσω καθώς κοίταζε τους πίνακες να παρακολουθήσω τις λεπτομέρειες που της έκαναν εντύπωση και ακόμα περισσότερο τις δικές της λεπτομέρειες που φαίνονταν μέσα από το φόρεμα της. Όποιος τολμά να μην γδύσει στη φαντασία του μια γυναίκα που τον έλκει τότε είναι σίγουρος ήδη ότι δεν την ποθεί αρκετά. Έτσι και γω που ήξερα πόσο με είχε κάνει ήδη δικό της εκείνη και πόσο δεν θα άντεχα ενδεχόμενη απώλεια της, της είχα ήδη σμιλέψει ένα γυμνό αντίγραφο της στο μυαλό μου. Με κάθε λεπτομέρεια από το πώς κινούνταν οι γοφοί της όταν περπατούσε και πως τα θεσπέσια οπίσθια της πετάγονταν προς τα έξω την ώρα που κοίταζε έναν πίνακα και πόσο μάλλον εκείνο το χαμόγελο με είχε στοιχειώσει κάθε φορά που το έβλεπα είτε για κάποιον πίνακα είτε για κάτι που της είχε πει η φίλη της στο αυτί και κάθε φορά ήμουν σίγουρος πως ήταν για μένα.

Σιγά σιγά άρχισα να προσέχω και τους πίνακες. Μπορώ να πω ότι μάλλον ο καλλιτέχνης ήταν μια ιδιοφυία, είχε βρει έναν τρόπο να τους ζωντανεύει, πραγματικά πρωτοποριακή τεχνοτροπία. Ο πρώτος ήταν ένα ζευγάρι ανθρώπων που συνομιλούσαν σε ένα γκαλά σαν και αυτό, με ένα ποτήρι στο χέρι ο καθένας μάλλον σαμπάνια ήταν. Είχαν μια ιδιαίτερα ζωηρή συζήτηση, μάλιστα άρχιζαν να γνωρίζουν ο ένας τον άλλο μέσα από αυτές τις κλασσικές μικρές οικειότητες, εκείνη να τον ακουμπά στο μπράτσο κάθε φορά που γέλαγε με τα αστεία του και αυτός να της ψιθυρίζει κάτι στο αυτί την ώρα που άφηνε επιμελώς την ανάσα του να χαϊδέψει το λοβό του αυτιού της και ότι προλάβαινε πριν χαθεί και εκείνη στην κοσμοσυρροή από το λαιμό της. Σιγά σιγά μάλιστα τα δάχτυλα τους ακουμπούσαν σαν να έψαχναν κάτι, προφανώς αν κρίνω από το περιβάλλον και πόσο άσχημο φαινόταν σε σχέση με την κεντρική σκηνή αυτή των δυο νέων, έψαχναν τρόπο να ξεφύγουν από κει. Ο επόμενος ήταν πιο σκοτεινός, καθώς ήταν βράδυ και φωτιζόταν μόνο από τα κίτρινα φώτα της πόλης, έδειχνε πάλι τους δύο αυτούς νέους εκείνη στο κόκκινο της φόρεμα και τον άλλο με το καφέ του σακάκι να περπατούν δίπλα δίπλα και να μιλούν, είχαν παραμείνει ακόμα στις ίδιες οικειότητες μέχρι τη στιγμή που σαν αληθινός κύριος εκείνος της άνοιξε την πόρτα του αυτοκινήτου του και την έκλεισε πίσω του βιαστικά να προλάβει να κάτσει στη θέση του οδηγού.

Ο επόμενος έδειχνε δυο νέους, τους ίδιους να φιλιούνται σε έναν καναπέ κάποιου διαμερίσματος, με έναν κόκκινο τοίχο από πίσω μια μαύρη βιβλιοθήκη απέναντι και μια ευμεγέθη κουζίνα σε σχέση με τον όλο χώρο, μάλλον με το δικό μου έμοιαζε, στη συνεχεία εκείνος την φιλούσε στο λαιμό ενώ ανταπέδιδε εκείνη πιο ελαφριά σε σχέση με εκείνον, πάντα η γυναικά έχει περισσότερες αναστολές σε σχέση με τον άντρα, καθώς το αρσενικό έχει πειστεί ότι δεν είναι ανάγκη να επενδύει συναισθηματικά το σεξ, πράγμα που γίνεται μόνο στη φαντασία του δυτικού κόσμου καθώς ο έρωτας ως κατάσταση συμβαίνει σε κάτι μη κατανοήσιμο σχεδόν μεταφυσικό, μπορεί να είναι σεροτονινη και ντοπαμίνη και ανταλλαγή υγρών ο τρόπος αλλά το αποτέλεσμα είναι κάτι έξω από τη συνείδηση του ανθρώπου το μόνο ίσως πραγματικά ανόθευτα ανθρώπινο άρα συναίσθημα και παραλογισμός, τρελά αλλιώς. Βλέπεις οι δυο νέοι καθώς εκείνος της κατέβαζε το φόρεμα και πιπιλαγε αρχικά τον  ώμο της καθώς κατέβαινε στο πρώτο και μεγαλύτερο v του κορμιού της, αυτό που περικλείει ώμους λαιμό και στήθος και τελειώνει σε αυτές τις δύο ανθισμένες βουνοκορφές με τη ροζ πεδιάδα στη μέση τους και της οποίες εκείνος μάλασε και φιλαγε με κάθε δυνατό τρόπο συνεχίζοντας στην κοιλιά της και παίζοντας με τον αφαλό της την ώρα που εκείνη μέσα στους αναστεναγμούς που μπορούσε να ακούσει κάθε θεατής αυτού του πίνακα τόσο ζωντανοί ήταν του χαμογελούσε για λίγα δευτερόλεπτα πριν εκείνος της κατεβάσει το κόκκινο εσώρουχο και ορμήσει λίγο άτεχνα είναι η αλήθεια απευθείας στην κλειτορίδα με τη γλώσσα του, δεν είχε μάλλον χρόνο ο καψερός γενικά πότε δεν υπάρχει χρόνος για γυναίκες σαν εκείνη και μετά από την απαραίτητη σπουδή πάνω στο αιδοίο της έπρεπε να προσφέρει και εκείνος τον οβολό του στο δεύτερο V του κορμιού της, το ζωογόνο και να περάσει απαλά προσέχοντας στην αρχή με το πέος του στον κόλπο της και συνεχίζοντας με όλη του τη δύναμη να χορτάσει πιο πολύ τη ζέστη από μέσα της και να την κάνει εκείνη να αισθανθεί μοναδική καθώς την έβλεπε σιγά σιγά να πλημμυρίζει και να νιώθει αυτά τα καυτά μυρωδάτα υγρά που προσφέρουν οι γυναίκες στον κόσμο και τον κάνουν τελικώς να γυρίζει και να υπάρχει σε όλους τους αιώνες. Μετά βλέπαμε το ίδιο ζευγάρι αγκαλιασμένο στο κρεβάτι να κάνει όνειρα για το κοινό του μέλλον.

Ο επόμενος πίνακας και αυτός σχετικά κοινότυπος. Οι δυο τους πάλι στην παραλία αυτή τη φορά αγκαλιά να κοιτάζουν το μόνο καμβά που φαινόταν αντάξιος της . τον ουράνιο θόλο με τους άπειρους αστερισμούς που τώρα κύκλωναν εκείνη τη στιγμη αφήνοντας την στη μνήμη για πάντα. Όμως στη συνέχει ο επόμενος πίνακας που καθόταν και κοίταζε, φανερά πλέον προβληματισμένη και σχεδόν καθώς κυλούσε ένα δάκρυ στο μάγουλο της έδειχνε τους δυο νέους να μαλώνουν , να φωνάζουν και τον άνδρα να πεταει κάτω ότι έβρισκε εκείνη να πετάει κατά πάνω του ένα πιάτο και εκείνος να το αποφεύγει την ώρα που φώναζε με όλη του τη δύναμη προς το μέρος της την πιο συνηθισμένης και παράλληλα πιο βάρια βρισιά στο δυτικό κόσμο για μια γυναικά. «Πόρνη, πόρνη, πόρνη» ξαναφώναζε ενώ οι σπασμοί στο λαιμό του φαίνονταν ξεκάθαρα και εκείνη έτρεχε κλείνοντας με δύναμη την πόρτα πίσω της. Ενώ εκείνος της πετούσε τα ρούχα της στα σκαλιά της πολυκατοικίας την ώρα που κλαμένη εκείνη έφευγε μάλλον για πάντα.

Το παράξενο της ιστορίας όμως δεν είναι οι ζωντανοί πίνακες ούτε το πόσο εξαίσια όμορφη είναι εκείνη σε σχέση με τις υπόλοιπες γυναίκες και ούτε πως ο έρωτας μπορεί και κάνει τα πράγματα πιο τονισμένα και να βάζει χρώματα στην ασπρόμαυρη καθημερινότητα. Αμέσως μόλις τελείωσα να παρατηρώ αυτόν τον πίνακα ήμουν έτοιμος να της μιλήσω, όμως δεν ήταν εκεί και οι σκιές πλέον είχαν πάρει χρώματα. Μάλιστα ακουγόταν ένας δυνατός κρότος από κάπου τόσο κοντά όσο και μακριά σαν να χτυπάει κάποιος την πόρτα. Και μάλιστα, το πιο περίεργο ήταν ο επόμενος πίνακας την έδειχνε εκείνη γυμνή στην μπανιέρα μόνο που δεν έμοιαζε σαν πολλούς άλλους πίνακες αλλά σαν ένα συγκεκριμένο αυτό του θανάτου του Μαρά. Το νερό ήταν κατακόκκινο και εκείνη δεν σάλευε καθόλου. Τότε ξαφνικά άκουσα τον εαυτό μου να βάζει μια κραυγή την ώρα που συνειδητοποιούσε ο τι σε αυτόν τον λαιμό που τόσο λάτρευα είχε χαραχτεί μια για πάντα μια βαθιά πληγή που μέσα στο αίμα και τα μπερδεμένα της μαλλιά φαινόταν τόσο άσχημη, πιο άσχημη και από όλη την ασχήμια του κόσμου στο ίδιον σημείο που τόσο καιρό ήταν ζωγραφισμένη όλη η ομορφιά του κόσμου. Ξαφνικά βρέθηκα στη δίκια μου μπανιέρα και άκουσα πίσω μου κάτι ανθρώπους την ώρα που έμπηγα κραυγές ανελέητου πόνου και εκείνη ήταν νεκρή στο διαμέρισμα μου.


-       -   Κύριε Vallejo  συλλαμβάνεστε για το φόνο της Jane Avril

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου