Δευτέρα, 1 Ιουλίου 2013

Μια ακόμα ιστορία...



Αν απορείς γιατί γράφω, δεν μπορείς να δώσεις απάντηση. Αυτό το τραγούδι δεν είναι για σένα, ούτε για μένα, δεν είναι για κανένα. Είναι για το πόσο κενό μπορεί να μείνει χωρίς να γίνουμε κλέφτες. Να μην μπορούμε να κάνουμε πλιάτσικο στα συναισθήματα των άλλων. Να αναγνωρίσουμε σε αυτούς τον εαυτό μας. Να χτίσουμε τις μνήμες πάνω σε δικούς μας μύθους.

Οι μύθοι μας όταν ήμασταν παιδιά, έλεγαν πάντα για κάποιο γενναίο που θα έκλεβε κάποιο νεράντζι από καμιά γερασμένη νεραντζιά, σκαρφαλώνοντας στα κάγκελα κάποιου σπιτιού και με δεξιοτεχνία θα απέφευγε τα σκάγια του γέρου που θα βγαίνε με την καραμπίνα για να κυνηγήσει τον αλήτη που του κλέβει τα νεράντζια. Όταν πάλι, μεγαλώναμε λίγο, οι μύθοι μας ήταν για εκείνους που μπορούσαν να κλέψουν την καρδιά της πιο τρυφερής και στοργικής κοπέλας.

Ειδικότερα, αν τύχαινε και ερωτευόμασταν εμείς. Το κορίτσι γινόταν μύθος. Ο διάβολος ο ίδιος. Εκείνη η δύναμη που ποθεί το κακό και καταλήγει να κάνει πάντα το καλό όπως λέει και ο Μεφιστοφελής, έπρεπε εκείνο το κορίτσι να γίνει μύθος για τα εφηβικά μας μάτια. Γιατί μεγαλώναμε με την πεποίθηση πως στο ιδανικό πρέπει να χαμηλώνουμε τα μάτια. Στο Θεό που είχε φτιάξει το μισό κόσμο. Τον καλό, τον πανάγαθο, με τα λουλούδια και τα αεράκια. Τα χερουβείμ και τα σεραφείμ. Τις θεϊκές μελωδίες. έπρεπε να χαμηλώνουμε τα μάτια από δέος. Στον άλλο κόσμο πάλι, εκείνο του Σατανά, το σεξ, τα καπηλειά, τον καπνό, το αλκοόλ, τη φιλοσοφία και την επιστήμη. Τις βακχικές απολαύσεις, οφείλαμε να κοιτάμε χαμηλά μήπως και παρασυρθούμε στο χορό του Πάνα.

Το δύσκολο είναι όμως τώρα. Τώρα που οικοδομούμε τον δικό μας κόσμο. Που γίναμε νέοι. Πρέπει να κοιτάμε τους ανθρώπους στα μάτια. Αυτό είναι πιο δύσκολο και από το να κοιτάς το θεό και το σατανά στα μάτια μαζί. Και πώς να φτιάξεις μύθους όταν το ιδανικό είναι μπροστά σου. Όταν για κάθε Δον Κιχώτη υπάρχει μια Δουλτσινέα στην απέναντι καρέκλα. Όταν κάθε Πετράρχης συναντά κάθε πρωί στη δουλεία τη Λάουρα του και όταν κάθε Βέρθερος πετυχαίνει και ξαναπετυχαίνει τη Λόττε του σε μια διασταύρωση στην Πανεπιστημίου. Πώς να τις κοιτάξουν στα μάτια, ήταν μαθημένοι να κοιτάνε τα πόδια των θεών.

Οι άνθρωποι είναι απείρως πιο δύσκολοι, ειδικά όταν η μαγική τους αύρα αναδύει τη θεϊκή τους καταγωγή. Για αυτό λοιπόν, λέω πως όταν κοιτάμε τον άνθρωπο στα μάτια μπορούμε να χτίσουμε τους δικούς μας μύθους. Πως μπορούμε να την πείσουμε να ανέβει στη φτωχική μας γαλέρα για να πλεύσουμε μαζί στο νέο κόσμο. Να γυρίσουμε μετά πίσω για να μιλήσουμε για τους νέους τόπους που γνωρίσαμε για τα μπαχάρια που φέραμε από κείνα τα χώματα και τον χρυσό που κλέψαμε στα ηλιοβασιλέματα που είδαμε παρέα.

Ποιος είναι αρκετά δυνατός για να κοιτάξει την αγαπημένη του στα μάτια και να της κλέψει την καρδιά. Ποιος θα ρισκάρει ένα ταξίδι σαν πειρατής χωρίς να έχει χτίσει καν καλά καλά το σκαρί του πλοίου του παρά μονάχα με την ελπίδα πως ο παλιός αστρολάβος του θα του δείξει το δρόμο, η σχεδία δεν θα βουλιάξει και θα σιγοψιθυρίζει τραγούδια για τον έρωτά του.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου