Τρίτη, 9 Ιουλίου 2013

«Βολτάροντας με ένα ρέκβιεμ»





Ένα νεφελώδες τοπίο, απλώνεται  ακόμα μια φορά πάνω από την αγαπημένη μας αυτή πόλη, την Αθήνα. Σάμπως και ο καιρός συμπάσχει με τη γενική εθνική μας κατάθλιψη. Δεν έβρεχε, αλλά απειλητικά σύννεφα είχαν κρύψει για άλλη μια φορά τον ήλιο, που τόσο θαυμάζουν οι ξένοι σε αυτήν την ένδοξη χώρα.
Και να μαι και γω, ανάμεσα σε όλο αυτόν τον κόσμο να ανεβαίνω προς την πλατεία, τη Θεμιστοκλέους.( της θέμιδος το κλέος, είναι πραγματικά όμορφη η δικαιοσύνη στα Εξάρχεια, άσχετα αν χρειάζεται να παταχθεί και αυτή από τον αντίστοιχο Ευρυβιάδη.)Ακόμα μια μέρα που σήκωσα το κορμί μου από το κρεβάτι για να πάω στην αγαπημένη μου Όστρια, αφού σοβαρά τώρα δεν έχω τίποτα άλλο να κάνω –άνεργος γάρ-. Πίνω τον καφέ μου και διαβάζω free press.Αυτή είναι η μόνιμη καθημερινή μου ρουτίνα, μέχρι να  σκεφτώ κανά σενάριο ή να πάρουν από κάνα κανάλι για δουλειά. Σκηνοθεσία, φαγώθηκες στα δεκαεφτά σου. Μπράβο μαλάκα, τέσσερα χρόνια στο Παρίσι. Αφού οι γονείς, αν ήταν να αποτύχεις στις πανελλήνιες, γιατί εσύ είχες «θαμπωθεί» από το χρυσό φοίνικα του Αγγελόπουλου, έπρεπε να σε στείλουν έξω.
Και κάθε μέρα τώρα, πίνω καφέ, στη ζεστή ατμόσφαιρα της Όστρια και κάνω νοητά κοντινά στον latte λες και θα πάρει την μεγαλειώδη έκφραση του Iβάν του Τρομερού του Eisenstein. Ψάχνω για κανά ενδιαφέρον άρθρο στο metro και την Athens voice , όπως σήμερα για παράδειγμα που η Αννούλα διατυμπάνιζε πως κατέληξε στη δομή του νέου σχολείου. Φαίνεται μέσα στο ορυχείο που μεγάλωσε, οραματιζόταν πώς θα χτυπήσει την παραπαιδεία, θα δημιουργήσει ανθρωπιστική παιδεία και θα κάνει την Ελλάδα τη Δανία του νότου.
Εγώ πάντως θυμάμαι ενός άλλου τύπου σχολείο. Που η ψευτομαγκιά ήταν αρετή, όπως είναι η απληστία σήμερα περίπου, όπου αν δεν πήγαινες φροντιστήριο δεν είχες ελπίδα για αυτό που σε προετοίμαζαν από την πρώτη μέρα, που μέσα στα κλάματα, πατούσες το πόδι σου στο νηπιαγωγείο, τις πανελλήνιες. Θυμάμαι επίσης άθλια κτήρια που ακόμα και στη δεκαετία του ΄90 στοιβάζονταν παιδιά με τον κίνδυνο να τους πέσει το κάτασπρο ταβάνι στο κεφάλι. Κτήρια φτιαγμένα από την αρχιτεκτονική της εξουσίας, κάθετες γραμμές, ορθές γωνίες και άσπροι τοίχοι σαν φυλακές. Μου έρχονται εικόνες στο μυαλό από απαίδευτους καθηγητές που δεν ενδιαφέρονταν για τα παιδιά αλλά μόνο για το μισθό τους και αντιμετώπιζαν –τουλάχιστον τότε- τα παιδιά σαν εμπορεύματα. Άλλο ένα στοιχείο ήταν και η περίφημη νεανική ανησυχία η οι επαναστατικές τάσεις που τις ονόμαζαν  κατ’ ευφημισμό μερικοί και απλώς εκδηλωνόταν στην δήθεν μποέμ στάση του τύπου «τα γράφω όλα» και η οποία επικρατούσε πού και πού, αλλά πάντα με τον πατροπαράδοτο ελληνικό τρόπο της καφρίλας. Που δυστυχώς όμως αυτή η επανάσταση του κάφρου ούτε γκόμενες, ούτε λεφτά, ούτε δόξα, έφερνε.
Δεν ξέρω σε τι κατάσταση βρίσκονται σήμερα τα ελληνικά σχολεία αλλά πραγματικά σκέφτομαι πως αν οι μαθητές δεν είναι συνειδητοποιημένοι πολίτες που θα γνωρίζουν πως η μόνη σωτηρία είναι να ψηφίσουν μόλις γίνουν 18 το ΠΑΣΟΚ(αν υπάρχει), αν δεν διδάσκουν ο Rousseau , ο Κοραής και ο Τζον Ντιουι στα σχολεία και δεν θα διαθέτει η κάθε σχολική μονάδα από 50 τάξεις μάλλον η Αννούλα θα γυρίσει πίσω στο ορυχείο. Κρίμα πάντως, σ’ αυτή τη χώρα τίποτα δεν πετυχαίνει. Από τους ολυμπιακούς και τις Ευρώπες (εκτός αν εξαιρέσουμε τη «χουντική» πορεία του Παναθηναϊκού στο Wembley) μέχρι τις πράσινες ενέργειες με γερμανική τεχνογνωσία φυσικά και τις Δανίες.
Έχω προχωρήσει πολύ προς τα πάνω , αφήνοντας πίσω μου γνωστές και άγνωστες φάτσες, φαντάζομαι πως ο γκρι μπερές είναι πόλος έλξης για διάφορα βλέμματα. Και πάνω σ’ όλες αυτές τις σκέψεις να σου και το «je bois» του Boris Vian (κατάλοιπο της Μονμάρτης) να ακούγεται από το κινητό. «Alex, mon  amour». Η Έλλη. Η βελγική προφορά αυτής της γαλλικής προσφώνησης που κανείς ποτέ δεν κατάλαβε από πού προέρχεται δεν άφηνε περιθώρια λάθους. Εκείνη ήταν. Αυτή που με στήριξε όταν με παράτησε η Eloise, με την δικαιολογία ότι της φερόμουν πολύ καλά και πως οι ορέξεις της δεν συνάδουν με τις δικές μου. Η Eloise, η μεγαλύτερη επένδυση συναισθημάτων μου, μέχρι τότε που η Έλλη , η φίλη μου στο Παρίσι που πάντα την έβλεπα απλώς σαν φίλη, μέχρι εκείνη τη στιγμή που οι φωνές της «ξεκόλλα από την πουτάνα την Γαλλίδα» συντάραξαν το διαμέρισμα στην λεωφόρο montparnasse (δεν τσιγκουνευόταν, σε εποχές ευημερίας, ο μπαμπάς) και τα βαμμένα με το κραγιόν νούμερο 58 του Korres χείλια της άγγιξαν τα δικά μου.
Από τότε αυτή η μικρή Ντολόρες Ιμπαρούρι, με τα μωβ αέρινα παντελόνια που κάποτε με τραβολογούσε σε πορείες με την τσάντα της γεμάτη με Maalox και το κεφάλαιο του Μαρξ λες και θα την έσωζε από την κρατική βία και που είχε την εμμονή να φοράει μονίμως μπαλαρίνες ή σανδάλια και δημόσιος υπάλληλος σήμερα, είναι σύντροφος μου από τότε, ποτέ μνηστή η γυναίκα μου. Η Σιμόν ντε Μποβουαρ που κρύβει μέσα της δεν θα της το επέτρεπε ποτέ. Πάντως πλάκα-πλάκα μου ψιλοαρέσει και εμένα ο ρόλος του Sartre, αλλά δεν θα πάψω ποτέ να πιστεύω ότι ο μεγαλύτερος υπαρξιστής είναι ο Καζαντζίδης με το «υπάρχω».
Τι ήθελε λοιπόν, αυτή η πρώην Ροζα Λούξεμπουργκ με τη λατρεία της προς τον μικρό πρίγκιπα; Nα πάω να της αγοράσω ένα βιβλίο. Η μεγάλη της εμμονή. Τα βιβλία που μου τα κόλλησε και μένα. Λόττε, άλλωστε βγάλαμε το πανέμορφο Λαμπραντόρ μας. Χάρη στην ηρωίδα του «Βέρθερου» που επουδενί δεν θα τον διάβαζα αν δεν μου τον σύστηνε εκείνη. Κανένας άνδρας γαλουχημένος στα πρότυπα του Τζέιμς Μπόντ δεν θα τον διάβαζε από μόνος του άσχετα αν και τώρα τελευταία και ο «007» έχει γίνει ψιλό- φλούφλης( άκου να φέρει την Aston Martin 30 τούμπες για να μην πατήσει μια γκόμενα).
Και μέσα σε όλο αυτό το πρελούδιο σκέψεων και αναμνήσεων, χαζεύω ήδη ένα βιβλίο για τη φωτογραφία μέσα σε ένα από τα βιβλιοπωλεία της Στουρνάρη. Με κλασσικές λεπτομέρειες περί ευρυγωνικών φακών, διαφράγματος 5:6 για το πολύ φως, κλασσικές φωτογραφίες του bang bang club και άλλες ιστορίες για Pulitzer. Αγόρασα το βιβλίο που ήθελε η Έλλη και βγήκα για να κατέβω προς την Πατησίων, περνώντας δίπλα από όλους τους «αθλίους» αυτής της κοινωνίας. Τους κακοποιούς, τους εγκληματίες που τους στοιχειώνει κάθε λίγο και λιγάκι το φάντασμα της ηρωίνης. Άλλοι έχουν χάσει δόντια, άλλοι γυναίκες και παιδιά αλλά σίγουρα όλοι έχουν χάσει την αξιοπρέπεια τους για λίγες στιγμές χαράς και πάντα με τον κίνδυνο το λιωμένο παγωτό να λιώσει και την ίδια τους την ύπαρξη, φυσικά υποβοηθούμενοι από το ανύπαρκτο κράτος πρόνοιας. Όλους αυτούς που περιφρονούμε και αποστρέφουμε από αυτούς το βλέμμα, εκείνους που μας έμαθαν να τους φοβόμαστε. Λες και εμείς δεν είμαστε εξαρτημένοι. Από τα ΜΜΕ για παράδειγμα. Χρειάζομαι τσιγάρα επειγόντως και βρίσκεται ένα περίπτερο μπροστά μου.
«Ένα κουτί προφυλακτικά», ακούστηκε μια φωνή μιλώντας σπαστά σχεδόν ελληνικά αλλά με τη σιγουριά και την αναίδεια μιας ρουτίνας. Ήταν μια ψηλή, μαύρη γυναίκα με ένα από αυτά τα «καυτά» μίνι, που λένε μεταξύ τους οι γυναίκες που δεν μπορούν πλέον να τα βάλουν και νιώθουν πως κάνουν τη μικρή καθημερινή τους επανάσταση απλώς προφέροντας τη λέξη «καυτά», σκανδαλίζομενες  από το αισχρό του εγχειρήματος. Η ψηλή, αυτή γυναίκα με έσπρωξε για να ικανοποιήσει το αίτημα της προς τον περιπτερά, πλήρωσε και χάθηκε ξανα βυθιζόμενη στο κάθισμα ενός πολυτελούς μαύρου Audi που οδηγούσε ένας ρασοφόρος. Πήρα τα τσιγάρα και σκέφτηκα, κλείνοντας ξανά την τσέπη του καφέ μοντγκόμερί μου, πως μάλλον ο συγκεκριμένος παπάς δεν θα είναι από εκείνους που συμμερίζονται τις θατσερικές απόψεις του Λοβέρδου περί απέλασης των κακοποιών αλλοδαπών στοιχείων που «εκδικητικά» φέρνουν τη μάστιγα του AIDS στις ελληνορθόδοξες οικογένειες και μάλλον προφανώς για αυτό το λόγο θα της επεδείκνυε την χριστιανική του «Αλληλεγγύη». Τι περίεργο αυτό το συναίσθημα σήμερα. Νομίζω πως η πραγματικότητα σήμερα είναι συνεχώς ένα κάτοπτρο σκέψεων και αναμνήσεων που ανακλώνται μπροστά μου κατευθείαν από τα βαθύτερα και πιο μουχλιασμένα υπόγεια του εγκεφάλου μου. Συνεχόμενα flashback σαν αυτό που μόλις ένιωσα.
Η πρώτη μου εμπειρία σε μπουρδέλο είχε να κάνει σχέση με κληρικό, άνθρωπο του Θεού (λες και οι υπόλοιποι δεν είναι). Θυμάμαι πως στην τρυφερή ηλικία των 15 ο πατέρας μου με είχε πιάσει με κάτι αμφιβόλου ηθικής περιοδικά στα χέρια και με είχε ενθαρρύνει -φυσικά με τη διακριτική ευχέρεια που τον διέκρινε- να επισκεφτώ τη Μαντάμ-Σοσό. Τι γελοίο ψευδώνυμο, λες και κάθε εταίρα θα πρέπει να έχει ένα όνομα που θα παραπέμπει είτε σε κάτι εξωτικό είτε στην «belle époque» και στην Jane Avril, το χαμένο έρωτα του Τουλούζ Λωτρέκ. Όμως πάνω από όλα δεν θα ξεχάσω το συνένοχο βλέμμα της μάνας μου όταν ο γέρος μου μού έδινε λεφτά για την πρώτη σεξουαλική μου περιπέτεια. Πάντα συνένοχη σε ό,τι αποφάσιζε ο πατέρας μου με έμφυτο πάντα το γυναικείο χάρισμα, τού να επιβάλλει στον εξίσου αδαή μεν αλλά σαφώς παρορμητικότερο άντρα της αυτό που ήθελε με το τέχνασμα ότι το αποφάσιζε μόνος του(σαφής ένδειξη ότι η φύση των ΜΜΕ είναι γυναικεία). Συνένοχη λοιπόν, από αυτό μέχρι την απόφαση να αφήσουν το χωριό πριν γεννηθώ εγώ για να αστυκοπαρασιτίσουν στην Αθήνα. «Πατερναλιστικός Καπιταλισμός» που έλεγε και αυτός που έτρεχαν οι γέροι μου να ακούσουν να τον προσφωνεί ο Κουλούρης (πριν αρχίσει το eye-liner) και την άλλη μέρα να πηγαίνουν στη λειτουργία της Κυριακής για να προσευχηθούν για τη νίκη. Ήταν πολύ περίεργη αυτή η Χριστιανό-σοσιαλιστική ηθική των γονέων μου.
Αλλά πάλι παρασύρομαι σε έναν άσχετο καταιγισμό σκέψεων χωρίς να αποσαφηνίσω την πρωταρχική ανάμνηση της παλινδρόμησής μου, που έδωσε το ερέθισμα για όλες τις υπόλοιπες. Θυμάμαι που μόλις μπήκα στη Μαντάμ-Σοσό αντίκρισα ακριβώς απέναντί μου στο καθιστικό να περιμένει υπομονετικά ένας παπάς. Ξεπέρασα την αρχική μου ντροπή και δεν μπόρεσα να αντισταθώ στον πειρασμό να τον ρωτήσω τι δουλειά είχε σε εκείνο το άντρο του διαβόλου, περιμένοντας μία κλασσική υποκριτική απάντηση του τύπου «ήρθα να διδάξω σε αυτή την αμαρτωλή τον λόγο του Ιησού». Όμως εκείνος μου απάντησε απίστευτα κυνικά, με ένα αποστομωτικό επιχείρημα. «Ξεσκάω», είπε «σιγά μην μας βγάλουν και στα κανάλια». Εκπληκτική πραγματικά αυτή η συμπόνια των καναλιών προς τον κλήρο και τα σκάνδαλά του. Ειδικότερα τώρα τελευταία με τον Εφραίμ που τον έχουν βγάλει λάδι. Άσε που πλέον οι περισσότεροι Έλληνες τείνουν να πιστεύουν πως είναι αθώος.
Το σύνδρομο του ανατολικού Τιμόρ περνάμε και εμείς που θα λέγε και ο νέος, χρονικά, προφήτης της Έλλης, ο Τσόμσκι. Φυσικά κατώτερος στην ιεραρχία από τον Ένγκελς, τον Λένιν και πόσο μάλλον τον Μαρξ. Δεν μπορώ να ξεχάσω ακόμα και σήμερα πως στο Παρίσι επέμενε να αποκαλεί τον Μάιο, Μπρυμέρ, λες και ο Λουδοβίκος Βοναπάρτης και η κομμούνα ζούσαν ακόμη. Αλλά πραγματικά, όπως η CIA είχε πείσει τους πολίτες αυτού του ξεχασμένου στα πυκνά δάση της Ινδονησίας κράτους πως ο Σουχάρτο, ο δικτάτορας, είναι καλύτερος από την δημοκρατία. Έτσι ακριβώς και εδώ τα ΜΜΕ «έχωσαν» τον Παπαδόπουλο στους «Μεγάλους Έλληνες» και το χριστιανό-πατριωτικό μας φολκλόρ μας έπεισε να παρελαύνουμε προς τιμήν του Μεταξά.
Αλλά έτσι είναι τα πράγματα με τους Έλληνες, ακόμα και με τους «Μεγάλους». Αρχικά ο Αντρέας έγραφε τον Πατερναλιστικό Καπιταλισμό του και ο φίλος του ο Γκάλμπρεϊθ αντέγραφε τον Keynes, αργότερα όμως πήγαινε στη Ρίτα Σακελαρίου να τραγουδήσει  το «ιστορία μου αμαρτία μου» και ο έτερος μάλωνε με τον Νισκάνεν για τα Reaganomics. Βλέπετε ο ένας ήθελε να συνεχίσει τη δυναστεία στη «Δανία του νότου» και ο άλλος να σώσει τον κόσμο από την «μεγέθυνση».
Πολύ περπάτημα όμως σήμερα και να σου πάλι φρακαρισμένη σχεδόν όλη η Σταδίου και η προέκτασή της η Φιλελλήνων από κόσμο. Ακόμα μια συγκέντρωση, από μια τεράστια, πολύμορφη μάζα από ανθρώπους, κάθε λογής με κοινή συνιστώσα την αδικία που νιώθουν. Να κάτσω; Να φύγω; Δεν ξέρω πραγματικά τι να κάνω. Αν γίνουν επεισόδια; Άσε καλύτερα θα πάω σπίτι να χαζέψω στην τηλεόραση. Άλλωστε το ‘πε και ο Σιδηρόπουλος. Ληστέψανε την τράπεζα και τι με νοιάζει εμένα. Δεν είμαι με κανένα. Το πήρα απόφαση, σκύβω το κεφάλι και προχωρώ.
Η πραγματικότητα όμως με προλαβαίνει και είναι αμείλικτη, ένας ακαθόριστος θόρυβος αρχικά εν μέσω των γνωστών πλέον συνθημάτων για το ότι η χούντα δεν τελείωσε το ΄73, που στη συνέχεια όλοι κατάλαβαν πως ήταν το χτύπημα των γκλόπ πάνω στις ασπίδες των ΜΑΤ, το σινιάλο για το ντου, ήταν το έναυσμα για όλα. Στην αμέσως επόμενη στιγμή και ενώ τα πάντα ήταν ειρηνικά διάφορα σφυρίγματα στον αέρα από ιπτάμενα ασφυξιογόνα που προσγειώνονταν δίπλα σε παιδιά και γέρους ή ακόμα και στα κεφάλια κάποιων άτυχων ξεκινούν εν μέσω ενός λευκού πυκνού καπνού το ασταμάτητο τρεχαλητό προς τα πίσω. Αυτή η άτακτη υποχώρηση που είναι πολύ πιθανό να έχει θύματα δεν σταματά για κανένα λόγο. Σε όλο το χαμό και ενώ τα μάτια μου δακρύζουν και η ξηρότητα που δημιουργείται στους πνεύμονες και τον οισοφάγο μου με κάνουν να μην μπορώ να πάρω ανάσα, μια γυναίκα μεγάλης ηλικίας σκοντάφτει και πέφτει δίπλα μου. Ως εκ θαύματος δεν ποδοπατήθηκε, εγώ έχω εκπαιδεύσει τον εαυτό μου σε καταστάσεις πανικού να μην νοιάζομαι για τον διπλανό μου, όπως και τόσοι άλλοι δεν απαντώ στις εκκλήσεις της για βοήθεια. Όμως τα ΜΑΤ πλησιάζουν επικίνδυνα και ως εκ θαύματος πάλι εμφανίζονται 5-6 νεαροί, είτε με κουκούλες είτε χωρίς, που πετάνε σπασμένα μάρμαρα του Μεγάλη Βρετάνια στους μπάτσους δίνοντας της τον απαραίτητο χρόνο να σηκωθεί και να κρυφτεί πίσω τους ενώ άλλοι την «ψεκάζουν» με Maalox και της δίνουν στήριγμα για να ηρεμήσει. Φαντάζομαι πόσο μεγάλη ευγνωμοσύνη θα νιώθει αυτή η γυναίκα για τους «αναρχικούς», εκτός βουλής, σωτήρες της .
Έχω καταφέρει να περάσω μέσα στην πλατεία. Από τις εγκαταστάσεις τις μικροφωνικής, εκεί δίπλα στο άγαλμα αυτού του αγνώστου δρομέα ακούγονται εκκλήσεις για να μην φύγει ο κόσμος από την πλατεία ή αν δεν γίνεται αλλιώς να υποχωρήσει «συντεταγμένα», χωρίς να τρέχει ώστε να αποφευχθούν τραυματισμοί. Η ατμόσφαιρα είναι πραγματικά αποπνικτική, δεν μπορώ να ανασάνω και φτύνω αίμα , νιώθω ότι τα καμένα σωθικά μου σε λίγο θα αρχίσουν να ρέουν από τη στοματική μου κοιλότητα, ενώ τα μάτια μου με τσούζουν τόσο πολύ που δεν μπορώ να αντιστέκομαι πλέον στο έμφυτο αντανακλαστικό να τα τρίψω αν και ξέρω ότι θα κάνω τα πράγματα χειρότερα. Το «Μπάτσοι Γουρούνια Δολοφόνοι» είναι το μόνο σύνθημα που έρχεται αυθόρμητα στα χείλη όλων και πιάνω και τον εαυτό μου να το φωνάζει για κάποιον άγνωστο λόγο. Τρέχω μπαίνω μες το Μετρό, και ευτυχώς βρίσκω μια κοπέλα που με «ψεκάζει» και μένα με Maalox. Ξαφνικά, όμως βλέπουμε να προσγειώνονται δίπλα μας σχεδόν μέσα στο σταθμό και δίπλα ακριβώς από το ιατρείο που υπάρχουν δεκάδες τραυματίες, δυο κάνιστρα που αποπνέουν ασφυξιογόνο αέριο. Γρήγορα, συνειδητοποιώ πως σήμερα υπάρχει σαφή εντολή να αδειάσει η πλατεία με κάθε κόστος και το ένστικτο της αυτοσυντήρησης με εξωθεί στο να κατευθυνθώ όσο πιο γρήγορα μπορώ προς την έξοδο της Σταδίου.
Με το που βγαίνω στη Σταδίου ένας τεράστιος όγκος διαδηλωτών, που δεν μπορώ να υπολογίσω ακριβή αριθμό, έχει περικυκλωθεί από μηχανές της ΔΙΑΣ που έχουν σαφή στόχο τη συνέχιση του αιματηρού έργου των συναδέλφων τους που βρίσκονται στην πλατεία. Δεν διστάζουν και εφορμούν με τις μηχανές προς τον κόσμο, ευτυχώς ο κόσμος διασπάται στα πεζοδρόμια και ως εκ θαύματος δεν έχουμε ακόμα και νεκρούς. Μια μηχανή γλιστρά και οι αναβάτες της σωριάζονται εν μέσω του οργισμένου πλήθος, όμως για καλή τους τύχη το πλήθος έχει συναίσθηση της αξίας της ανθρώπινης ζωής, σε αντίθεση με εκείνους, και απλά τους απωθεί με φωνές από τον χώρο, χωρίς να τους ακουμπήσει.
Εγώ αφήνω πίσω μου κακήν κακώς όλο αυτόν τον πανικό και τρέχω προς την Ομόνοια, επιβιβάζομαι στο Μετρό έχοντας ακόμα στον ώμο μου την καφέ τσάντα ταχυδρόμου με το αριστερό βιβλίο της Έλλης που ήταν ικανό να με ενοχοποιήσει για ψύλλου πήδημα και κατευθύνομαι στα Άνω Πατήσια. Φτάνω σπίτι, εμφανώς εξουθενωμένος και με τα πνευμόνια μου στα όριά τους, καθώς και τα μάτια μου. Με υποδέχεται η Λόττε,  την χαϊδεύω πίσω από τα αυτιά και βυθίζομαι ασυναίσθητα πλέον στον καναπέ. Ανοίγω την τηλεόραση και πετυχαίνω ένα έκτακτο δελτίο ειδήσεων που γίνεται μόνιμο μετά από λίγη ώρα . Εστιάζει στα επεισόδια που έγιναν από αντιεξουσιαστικά στοιχεία, δεν αναφέρεται καν στον όγκο της διαδήλωσης ούτε στα επώδυνα και αναποτελεσματικά μέτρα που πέρασε η κυβέρνηση, στηριζόμενη ξανά σε ένα μη νόμιμο βουλευτικό σώμα και στον φόβο που προκαλούν τα ψεύδη περί εξόδου από την Ευρώπη και τελειώνει με την καταστροφή των μαρμάρων της Μεγάλης Βρετάνιας που προκαλεί τέτοια οδύνη στους δημοσιογράφους λες και καταστράφηκαν τα άλλα μάρμαρα που βρίσκονται στην κανονική Μεγάλη Βρετανία. Γυρίζω κανάλι και πετυχαίνω το τούρκικο. Τι βλάκας που είμαι, έχασα τα πρώτα 15 λεπτά. Τι να είπε ο Ονούρ στη Σεχραζάτ ;
Περνά η ώρα και εγώ είμαι αποσβολωμένος μπροστά στην τηλεόραση ώσπου μού έρχεται στο μυαλό μια φράση του Ντουρουντί «δεν μας ενδιαφέρουν τα ερείπια, γιατί έχουμε έναν άλλο κόσμο μέσα στις καρδιές μας.». Και ξαφνικά μόλις συνειδητοποιώ πως ούτε εμένα με νοιάζουν τα ερείπια αλλά αδυνατώ να παραμείνω ρομαντικός, κυνηγώντας την ουτοπία όπως θα έκανα σε άλλους καιρούς. Νομίζω πως πλέον δεν φωλιάζει κανένας καινούριος κόσμος στην καρδιά μου και αδυνατώ να προσδιορίσω πού ακούστηκε ο επιθανάτιος ρόγχος του. Πού ήχησε το κύκνειο άσμα του μέσα στο ρέκβιεμ ετούτου του δυτικού πολιτισμού, μέσα στο ρέκβιεμ της πατρίδας μου, της Ελλάδας, αλλά και της πατρίδας όλων των ανθρώπων, αυτής της άμοιρης Γης. Και τώρα λοιπόν που ηχούν τα πλήκτρα της γραφομηχανής που γράφει τέλος στην ανθρώπινη ιστορία, τον μόνο κριτή της αλήθειας, ψάχνω να βρω που χάθηκε η ελπίδα και καταντήσαμε ερείπια που δεν νοιάζεται πλέον κανείς για αυτά. Ας περιμένω την Έλλη, να ακούσω το κήρυγμα της αποτυχημένης αριστεράς και την γκρίνια της για το πού οδεύει η κοινωνία. Όμως θα την περιμένω με λαχτάρα για να νοιώσω την ζεστασιά της αγάπης, το μόνο που μας έμεινε, να με σκεπάζει από το κρύο των ευθυνών και της ανικανότητας και να μου δίνει μια ελπίδα ότι θα βγούμε από τον βούρκο. Άντε ρε Έλλη, να κοιμηθούμε αγκαλιά.                   
                                


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου